Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιανουαρίου 1, 2012

…και το «New Year’s must post». Ελπίδα, υπάρχει.

Αυτό είναι το πρόβλημα με 22 χρόνια δημοσιογραφικής καριέρας στους ώμους κάποιου. Τον κάνει απόλυτα συνειδητοποιημένο ως προς το εξής: αν δεν έχεις τίποτε αληθινά ενδιαφέρον να πεις με αυτό που γράφεις, καλύτερα να μην το γράψεις καθόλου. Έλα όμως που οι… καθώς πρέπει δημοσιογράφοι (χαρ χαρ), σέβονται και τα κλισέ της δουλειάς συνήθως! Ε, ας γράψω λοιπόν το υποχρεωτικό «post της νέας χρονιάς», κι ας μην νοιώθω ότι έχω να προσθέσω κάτι εξόχως σημαντικό στη σφαίρα του Web με αυτό.

Το ότι δεν αισθάνεται κανείς εύκολα πως έχει κάτι ενδιαφέρον ή σημαντικό να πει πια δεν είναι άσχετο με ό,τι συναντά στο Web πια, βέβαια. Υπερβολικά πολύς κόσμος που νομίζει ότι τα μικρά προσωπικά του δράματα και θέματα αφορούν όλους μας, αφενός. Κοινοτυπίες, αμπελοφιλοσοφίες ανώδυνες και επαναστάσεις φτηνές κι αστήριχτες, αφετέρου. Ε, τί να νοιώσεις πως έχεις να προσθέσεις σε όλη την ανοησία και το θόρυβο; Κάτι, εννοώ, ουσίας;


Μόνο ένα, ίσως. Αν μπορεί να συνεισφέρει κανείς μ’ ένα πράγμα σε όσα γράφονται και ακούγονται παντού στη χώρα, ειδικά αυτές τις μέρες, είναι με λίγη… να δεις πως τη λένε… α, ναι: θετικότητα (sic). Το 2011 ήταν μία κακή χρονιά, σαφώς. Το 2012 δεν δείχνει να έχει προδιαγραφές για πολύ καλύτερα, όντως. Αλλά έχουμε εμείς. Και δυναμική και προδιαγραφές. Το ζωντανό, δημιουργικό κομμάτι αυτού του λαού κι αυτής της κοινωνίας – αυτό που εννοεί να δουλέψει, να σχεδιάσει, να υλοποιήσει – μπορεί και πρέπει να επιζήσει της κρίσης. Το άλλο, το σάπιο κομμάτι που έφερε τα πράγματα ως εδώ μπορεί να πάει να… ο,τιδήποτε, for all I care. Το ζωντανό κομμάτι είναι το κλειδί και σ’ αυτό προσβλέπω προσωπικά: ως άνθρωπος, ως επαγγελματίας και ως απλός Έλληνας του 21ου αιώνα, με ό,τι αυτό σημαίνει τέλος πάντων.

Με άλλα λόγια: ναι, ρε, υπάρχει ελπίδα. Υπάρχει διέξοδος, προοπτική, φως στο βάθος του τούνελ (όχι το τρένο), όπως θέλεις πες το. Αλλά υπάρχει. Άδικο είναι ένας λαός να πληρώνει τις αλητείες αναλογικά λίγων. Αλλά θα είναι ακόμη πιο άσχημο όσοι από μας μπορούν να βοηθήσουν την κατάσταση, όντας αισιόδοξοι και δημιουργικοί, να σκύψουν το κεφάλι και να την αποδεχθούν ως αδιέξοδη ή μάταιη. Τί να γίνει. Θα πληρώσουμε τις άμεσες ή έμμεσες κακές επιλογές μας – ακόμη κι όσοι απείχαν απ’ όλη τη βρωμιά της πολιτικής, όπως εγώ, συνένοχοι ήταν τελικά όλα αυτά τα χρόνια – θα περάσουμε δύσκολα για ένα διάστημα και μετά θα προχωρήσουμε.


Μακάρι αυτό, λοιπόν: το 2012 να είναι η χρονιά που θα γίνουν τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Τη δημιουργική, τη γόνιμη που θα οδηγήσει στην αλλαγή μιας κακής κατάστασης. Και ποτέ ξανά παραμύθα, ποτέ ξανά επανάπαυση, ποτέ ξανά ωχαδερφισμός. Και ελπίδα, υπάρχει.

Αφορά, άλλωστε, και το παρόν post: ελπίδα μικρή αυτό να μην διαψευστεί από τα όσα μας περιμένουν. Κατά τα άλλα… cliche time: καλή χρονιά, με υγεία και αγάπη, σε όλους και όλες!

Y.Γ. Μπήκα στον πειρασμό να χρησιμοποιήσω γι’ αυτό το post και αυτήν την εικόνα ως συνοδευτικό εικαστικό…


…αλλά οι δημοσιογράφοι έχουν ήδη δικαίως κατηγορηθεί στην Ελλάδα για κακό χιούμορ και έλεγα να μην κάνω τα πράγματα χειρότερα. Oh, I just did, didn’t I? :p

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Αύγουστος 9, 2011

Δισκοκριτική: Sound Fractals

Δεν είναι ακριβώς… τυχαίο το γεγονός ότι μόνο στην εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κυκλοφορούν τόσες πολλές μουσικές συλλογές – είτε αυτές είναι χορευτικές όλων των ειδών, είτε τύπου lounge. Για… clubbing και chilling αντίστοιχα, προφανώς. Τυχαίο όμως δεν είναι και το γεγονός ότι ανάμεσα στις Hen Kandi, Ibiza, Ministry, Pacha και άλλες «καθιερωμένες» – και πια παρωχημένες – brand συλλογές, ελάχιστες άλλες τελικά ξεχωρίζουν για το στυλ τους. Η The Sound of Everything είναι μια δισκογραφική που έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει πως μπορεί να προσφέρει τέτοιες αξιοπρόσεκτες καλοκαιρινές συλλογές. Και μόνο τα τρία Concealed Truth του Αδριανού Παπαδέα – το 2007, 2008 και 2010 – θα αρκούσαν για… του λόγου το αληθές, όμως και τo Catcher in the Crowd του Γιώργου Σεράγου το 2008, στο ίδιο πνεύμα, ήταν αναμφίβολα προσεγμένο. Κι αυτές τις μέρες διατίθεται στα καταστήματα η νέα συλλογή της The Sound of Everything, το Sound Fractals. Τιμά την… παράδοση των καλοκαιριών προκατόχων της;

Tη νέα συλλογή συνυπογράφουν ο Αδριανός Παπαδέας – που μπορεί να μην κυκλοφόρησε ολόδική του συλλογή φέτος αλλά παραμένει εξαιρετικά ενεργός live στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα – και ο Γιάννης Ηλιόπουλος, επικεφαλής της The Sound of Everything κι έμπειρος πια στην προώθηση της electronica (που αφορά το επίδοξο αγοραστικό κοινό του Sound Fractals). Ο καθένας τους έχει επιμεληθεί από ένα CD, από τα δύο που απαρτίζουν τη συλλογή, και οι διαφορές ανάμεσά τους είναι τόσο εμφανείς, όσο και σ’ ένα βαθμό… απρόσμενες!

Πιο συγκεκριμένα: το πρώτο CD, την tracklist του οποίου συνέθεσε ο Παπαδέας, θα περίμενε κανείς να χαρακτηρίζεται από upbeat, αμιγώς χορευτικά κομμάτια – ο DJ, εν τέλει, ακόμη και στις συλλογές δύσκολα ξεχνά την… πρωταρχική του αποστολή! Πρακτικά, ωστόσο, το ύφος των κομματιών που έχουν επιλεγεί κινείται (αναλογικά) προς την πλευρά του downtempo. Ναι, είναι electronica, ναι, το beat στηρίζει τη ροή όλης της tracklist, αλλά ο ρυθμός των bpm λίγες φορές αγγίζει αληθινά… τα «dance now!» επίπεδα. Έχει, επίσης, δοθεί έμφαση στα αισθαντικά, dreamy φωνητικά σε πολλά κομμάτια – πολλή περισσότερη απ’ ότι π.χ. στα Concealed Truth. Το συνολικό αποτέλεσμα; Αν και ίσως «ήρεμο» για τα δεδομένα του Αδριανού, παραμένει εκπληκτικό: έχει τη σφραγίδα ενός compiler που ξέρει τί θέλει να εκφράσει με τις επιλογές του – στη συγκεκριμένη περίπτωση το summery feeling και την «ταξιδιάρικη» διάθεση γενικότερα – και το κάνει πάρα, πάρα πολύ καλά.

Το πρώτο CD απαρτίζεται από 11 μόλις κομμάτια, είναι όμως όλα «ένα κι ένα». Ξεκινώντας από το Little J, σύνθεση του ίδιου του Παπαδέα, και το Open Your Eyes του Νίκου Διαμαντόπουλου – και τα δύο αμιγώς chillout – ο ακροατής θα περάσει στο ρυθμικό downtempo του Follow You και του Sigh for the Beauty με τρόπο σχεδόν… ανύποπτο. Θα συνεχίσει με τα περισσότερο χορευτικά, όπως τα Would You Make Toasts with Me, Stream και Cissoko, καταλήγοντας στα Beloved και Reset των Dual Shaman και Γιώργου Μαθιέλλη αντίστοιχα, τα οποία είναι απλώς υπέροχα – κι ας μην είναι electrolounge, και ας μην χορεύονται ιδιαίτερα. Η ομοιογένεια στις επιλογές του πρώτου CD βρίσκεται, δε, είναι θαυμαστή. Συνδέει με κοινό ύφος τα κομμάτια ώστε να μην ακούγεται κάτι παράταιρο ή να καταστρέφει την ατμόσφαιρα που η tracklist «χτίζει» όσο προχωρά, αλλά έχει «τα πάνω και τα κάτω» της η όλη ροή, ώστε να μην καταντά μονότονη ή προβλέψιμη.

Το δεύτερο CD, το οποίο επιμελήθηκε ο Γιάννης Ηλιόπουλος, στερείται κάποια από τα παραπάνω στοιχεία. Και αυτό ξεκινά με «χαμηλών τόνων» προθέσεις, ποιοτικότατα μάλιστα αφού οι πρώτες επιλογές περιλαμβάνουν τα Bubble and Spike και Kontakt των Telephon Tel Aviv και Kollectiv Trustrasse αντίστοιχα. Στη συνέχεια υιοθετεί υψηλότερα bpm, κορυφώνεται με το προσωπικό μας favorite, το Friendsheep του Speerit, ακολουθείται πολύ κοντά από το ονειρικό Southern Wild του Harry Agnel και «κατεβαίνει» πάλι σε περισσότερο… γήινα επίπεδα με το Crazy των Black Coffee και δύο υπέροχα mix αγαπημένων από το παρελθόν κομματιών, των Feather και Nordic από τους V-Sag και Quentin North αντίστοιχα.

Η μόνη ένσταση σχετικά με το CD του Ηλιόπουλου – που στα 15 του κομμάτια προσφέρει και ακυκλοφόρητα Ελλήνων δημιουργών σαφώς άξια προσοχής, όπως το Spend a Little Time του Kled Mone και το When She Turns into Night του Speerit – βρίσκεται… στη μέση του. Εκεί, στις θέσεις 6, 7 και 8 έχουν τοποθετηθεί κομμάτια τα οποία και άλλου στυλ από τα υπόλοιπα είναι, και αδιάφορα, ανακόπτοντας τη ροή μιας tracklist που ήδη ετοιμάζεται «να ανέβει» με το Aidy’s Girl is a Computer στη θέση 5. Ειλικρινά θεωρούμε ότι αυτά τα τρία κομμάτια – και σε μικρότερο βαθμό το μέτριο κατά τη γνώμη μας Twice – θα μπορούσαν να λείπουν από το δεύτερο CD κι αυτό να μη στερείται απολύτως τίποτε (για να μην πούμε πως θα ήταν περισσότερο «συμπαγές» στο ύφος του). Υπάρχουν πιθανώς άλλοι λόγοι για τους οποίους βρίσκονται εκεί, από τον ακροατή ωστόσο είναι δύσκολο να περάσουν απαρατήρητα. Φυσικά, στην περίπτωση που κάποιοι και κάποιες συμφωνούν μαζί μας, σε κάθε player σήμερα υπάρχει και το πλήκτρο… «Next Track»!

Εξαιρώντας ωστόσο κανείς αυτή τη μικρή… παραφωνία – δεν έχει άλλωστε υπάρξει ποτέ συλλογή της οποίας όλα τα κομμάτια άρεσαν σε όλους – δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει στη The Sound of Everything το προφανές: έφερε στα καταστήματα για άλλη μια φορά μία μουσική συλλογή που αξίζει αγοράς. Το πρώτο CD, αυτό του Αδριανού Παπαδέα, είναι απλώς εκπληκτικό, σε μεγάλο βαθμό ό,τι περιμέναμε απ’ αυτόν όσον αφορά στις ποιοτικές επιλογές που έχουν γίνει. Το δεύτερο του Γιάννη Ηλιόπουλου, άλλωστε, έχει να προσφέρει πολλά ενδιαφέροντα κομμάτια, με έμφαση μάλιστα στους Έλληνες δημιουργούς (για τη δουλειά των οποίων όλοι θέλουμε να ξέρουμε περισσότερα). Άκρως καλοκαιρινό, το Sound Fractals μπορεί να συνοδέψει για πολλές, πολλές ώρες το μυαλό του ακροατή – είτε αυτός είναι… κοντά σε ακρογυαλιές, είτε όχι, είτε ζει αυτές τις στιγμές, είτε τις αναπολεί αργότερα, σε μέρες φθινοπωρινές και χειμωνιάτικες. Τί άλλο να ζητήσει κανείς αυτόν τον καιρό από μια μουσική συλλογή;

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιανουαρίου 3, 2010

To δέκα το καλό; Bring it on!

Έτσι είναι αυτά. Αν σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς κάνεις όλα κι όλα 5-6 post, λογικό είναι να έχεις… καθιερώσει επί σειρά ετών το Πρωτοχρονιάτικο – αν μη τί άλλο από τύψεις! Ίσως είναι αυτό, ίσως είναι και το γεγονός ότι οι όποιοι «απολογισμοί» για κάποιο λόγο μου φαίνονται αιτία εξομολογητική. Ποιός ξέρει (άβυσσος η ψυχή κλπ κλπ). Σε κάθε περίπτωση, για να ψήνονται ένα σωρό λιχουδιές στην κουζίνα, να έχει έξω τέτοιο ήλιο, να έχω τόσο βαρύ κεφάλι από χθες και να κάθομαι με το Vaio στον καναπέ, κάτι θα πρέπει να θέλω να πω. Μάλλον.

Το 2009 ήταν για πολύ, πάρα πολύ κόσμο μία χρονιά «μέτρια-προς-κακή-ή-ακόμη-και-πολύ-κακή». Η περίφημη οικονομική κρίση φρόντισε γι’ αυτό, καλλιεργώντας ένα κλίμα μιζέριας που λίγους βόλεψε, απείρως περισσότερους κατέβαλλε, σε τίποτε δεν βοήθησε και εν τέλει κράτησε τα πάντα πίσω. Αηδία σκέτη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι στην Ελλάδα ήταν ξεκάθαρα κατασκευασμένη. Δεν είναι τυχαίο που ο κόσμος γύρω μου μετρούσε τις μέρες για να έλθει ένα 2010 με προοπτικές αλλαγών. Όλοι, κι εγώ μαζί τους, έχουμε σιχαθεί αυτή τη μαύρη κατάσταση-τέλμα. Νισάφι πια. Με αυτά ως δεδομένα, σαφώς και η μόνη σωστή ευχή είναι «μακάρι να είναι το 10 το καλό το 2010». Αρκετά με τα (fake and/or real) άσχημα.

Για μένα το 2009 ήταν μέτριο. Το ότι άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή μου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτά θ’ αποδειχθούν θετικά. Σε άλλους τομείς υπήρξε πρόοδος, σε άλλους στασιμότητα, σε μερικούς ακόμη και βήματα πίσω σημειώθηκαν. Ανησυχία για το ποιο θα είναι το επόμενο επαγγελματικό βήμα (δεν έχουν πια νόημα τα… πειράματα), αυξημένες υποχρεώσεις σε όλα, θλίψη για τα άσχημα πράγματα που συνέβησαν σε ανθρώπους που αγαπώ, στενοχώρια για όσα έχασα και χάνω, προβληματισμός για ένα αύριο που απαιτεί να μπουν ορισμένες παράμετροι πια σε σειρά. Crossroads. Σταυροδρόμια που βρίσκονται πάνω σε λόφο, απότομο και αφιλόξενο, στου οποίου πρέπει να ανέβεις την κορυφή για να δεις τί μπορεί να σε περιμένει στη συνέχεια της διαδρομής.

Το καλό είναι ότι πλησιάζω στην κορυφή του λόφου. Το νοιώθω. Η ζωή μου την 1η Γενάρη του 2011 θα έχει αλλάξει – όχι μόνο «καλώς εχόντων των πραγμάτων» αλλά εν τέλει… αναπόφευκτα και ανεπιστρεπτί – σε μια σειρά από πράγματα. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Το θέμα είναι να βγει θετικό το πρόσημο κάτω δεξιά στο Excelάκι του 2010 – έστω κι αν πολλοί θεωρούν ότι η αλλαγή είναι καλό πράγμα από μόνη της. Λέμε τώρα.

Τί άλλο; Τίποτε. Crossroads και… crossed fingers. Ευχές σε όλους για μία αληθινά καλή νέα χρονιά, από όλες τις απόψεις ει δυνατόν – ειδάλλως όλοι θα γκρινιάζουμε πάλι! – και… εδώ θα είμαστε και του χρόνου, να συγκρίνουμε προσδοκίες και διαπιστώσεις. Αυτό είναι το καλό/κακό με το Internet: δεν ξεχνά τίποτε!

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιανουαρίου 3, 2010

Must δισκοκριτική 2009: Lilies & Rainbows

Η… παράδοση των compilations – των συλλογών από μουσικά κομμάτια διάφορων καλλιτεχνών που συγκεντρώνουν γνωστοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί ή DJ – θέλει να εμφανίζονται 10 ή πιο πολλές διαφορετικές κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Δεν μπορούν να είναι όλες αξιόλογες (κάποιες… annual χαρακτήρα παραέχουν γίνει πια εμπορικές και προβλέψιμες), περίμενα όμως με μεγάλο ενδιαφέρον μία συγκεκριμένη: το Lilies & Rainbows της Άννας Αναστασίου. Η πρώτη συλλογή της γνωστής ραδιοφωνικής παραγωγού του Best Radio, το Lilium Butterflies, είχε ξεχωρίσει ως ένα από τα καλύτερα CD του 2007 και λογικό ήταν οι… απαιτήσεις από τη δεύτερη να είναι ουκ ολίγες. Αντί για πεταλούδες, ουράνια τόξα: χαρακτηρίζεται και το Lilies & Rainbows από το αληθινά μοναδικό, ιδιαίτερο στυλ του προκατόχου του;

Σε αντίθεση με τις συλλογές άλλων συναδέλφων ραδιοφωνικών παραγωγών του Best (όπως του Γιώργου Σεράγου και του Αδριανού Παπαδέα), οι συλλογές της Άννας Αναστασίου δεν είναι τόσο dance υφής, όσο easy listening – στο πλαίσιο της μοντέρνας electronica ως επί το πλείστον, αλλά όχι μόνο. Το Butterflies ήταν «ταξιδιάρικο», «γλυκό» soundtrack μελωδιών που απέπνεαν διαφορετικά συναισθήματα αλλά ποτέ μεγάλη ένταση – και το Rainbows βαδίζει στον ίδιο όμορφο δρόμο, συγκεντρώνοντας κομμάτια ρυθμικά αλλά συναισθηματικά φορτισμένα, με χαρακτηριστικά φωνητικά, βαθιά και νωχελικά beats, επιρροές ethnic, ευρηματικά έγχορδα και κρουστά. Συνδυασμένα με τις επιταγές της electronica, τα παραπάνω συνθέτουν ένα αμάλγαμα που δεν μπορεί να παραλληλιστεί με τίποτε άλλο ως άκουσμα αυτή τη στιγμή: ένα σύνολο πολυσυλλεκτικό μεν, αλλά συμπαγές, που ακούγεται κάτι παραπάνω από ευχάριστα σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας (ή της νύχτας!).


Τα 14 κομμάτια που απαρτίζουν τη συλλογή της παραγωγού του Best Radio υπογράφουν, όπως σε κάθε αληθινά καλό compilation, γνωστά και λιγότερο γνωστά ονόματα της μοντέρνας διεθνούς μουσικής (και όχι απαραίτητα εμπορικής) σκηνής. Aπό τους ονομαστούς Blank & Jones, τον πληθωρικό Ulrich Schnauss, τους έμπειρους Lunascape και τον χαρισματικό Tocadisco, μέχρι τους ιδιότυπους Bobo in White Wooden Houses και τον ρομαντικό Jap Jap, το «παρόν» δίνει μια ευρεία γκάμα καλλιτεχνών, τα στυλ και τις προσεγγίσεις των οποίων η Άννα Αναστασίου αξιοποιεί είτε αυτούσια είτε σε καλοδιαλεγμένα remix.

Το Lilies & Rainbows μού δημιούργησε το… είδος του προβλήματος που θα ευχόμουν να έχω με κάθε συλλογή: δεν ξέρω ποια κομμάτια να πρωτοξεχωρίσω! Είναι όλα «ενός επιπέδου και πάνω», ήδη όμως από τις πρώτες ακροάσεις ξεχωρίζουν το Nowhere των Boat Club, το Hypnotized τoυ Oliver Koletzki, το Heart of Wax των Black & Jones, το Somersault των I Got You On Tape, το Sleep των Amanaska και το Higher than the Stars των The Pains of Being Pure at Heart (ναι, όνομα συγκροτήματος είναι αυτό… υπέροχο;). Κάποια ακούγονται ήδη ως αναδυόμενες επιτυχίες στον Best και κεντρικά club της πρωτεύουσας, είμαστε βέβαιοι πως τον επόμενο καιρό θα ακουστούν κι άλλα – η εξαιρετική επιλογή των tracks καθιστά κάτι τέτοιο… βέβαιο σχεδόν!

Το αξιόλογο στο Lilies & Rainbows εντοπίζεται στο εξής απλό μα εν τέλει όχι εύκολο να συναντήσει κανείς σε compilation σήμερα: στην ομοιογένεια αλλά όχι τη… «σούπα». Η νέα συλλογή της Άννας Αναστασίου προκαλεί μία γκάμα συναισθημάτων στον ακροατή και την κρατά όσο ευρεία χρειάζεται ώστε να μην πάψει να είναι ενδιαφέρουσα στην πορεία της playlist. Δεν κάνει «στραβοπατήματα» με άσχετα κομμάτια ικανά να καταστρέψουν τη dreamy «ατμόσφαιρα» που καλλιεργείται από νωρίς. Και δεν καταντά βαρετή με πανομοιότυπες μελωδίες που δεν ξεχωρίζουν στο αυτί. Είναι ισορροπημένη αλλά με την… καλή έννοια: όχι τη βαρετή, μα την αρμονική. Τη μελετημένη, μα όχι την επιτηδευμένη. Είναι κάτι σαφώς σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα, όπου οι… «ό,τι να’ ναι» επιλογές στις playlists των συλλογών είναι – δυστυχώς – το σύνηθες.

Από το 2009, η αλήθεια είναι ότι δεν κράτησα πολλά θετικά πράγματα, μουσικά κι ελληνικά μιλώντας. Το Lilies & Rainbows, ωστόσο, δεν κερδίζει τον τίτλο του δισκογραφικού highlight της χρονιάς λόγω της… γύρω μετριότητας. Είναι μια συλλογή που έχει ολοφάνερα δουλευτεί με αγάπη, ένα «μπουκέτο» από μελωδίες που αναδύουν συναισθήματα γλυκά και πολύχρωμα, ένα κράμα του οποίου τα μέταλλα έχουν συνενωθεί σ’ ένα νέο, με λάμψη διαφορετική από κάθε τί άλλο κυκλοφορεί εκεί έξω. Το αποτέλεσμα «μιλά» από μόνο του. Οι ακροατές του Best ξέρουν το επίπεδο της μουσικής που μπορούν να περιμένουν από την Άννα Αναστασίου, μια παραγωγό τόσο ιδιαίτερη, όσο και ταλαντούχα. Γι’ αυτούς δεν… τίθεται καν θέμα σχετικά με το αν και κατά πόσο αξίζει ν’ αποκτήσουν το Lilies & Rainbows. Αν τίθεται για όλους τους υπόλοιπους, η απάντηση είναι η ίδια: αγορά, τώρα. Και, εννοείται, περιμένω την τρίτη συλλογή με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Και συντομότερα, ε! 😉

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιανουαρίου 3, 2010

Malazan No 9, η ετυμηγορία

Τελείωσα λοιπόν κι εγώ – πάρα πολύ καθυστερημένα σε σχέση με παλαιότερα – την ανάγνωση του πιο πρόσφατου, ένατου βιβλίου των Malazan Books of the Fallen. Και επίσης καθυστερημένα σε απίθανο βαθμό γράφω γι’ αυτό, σε ένα post που ξεκίνησε να συντάσσεται… τρεις μήνες πριν και μόλις τώρα, στο γύρισμα του χρόνου, καταπίεσα ψυχολογικά τον εαυτό μου να ολοκληρώσει και να εμφανίσει στο blog του (επειδή ως search word τα Malazan επιστρέφουν στις σελίδες του ξανά και ξανά). Λογικό, όμως. Με είχαν ήδη απογοητεύσει τα δύο προηγούμενα βιβλία, οπότε δεν περίμενα το πιο πρόσφατο, το Dust of Dreams, με την αγωνία που περίμενα τα άλλα. Και δεν περίμενα επίσης να με συγκλονίσει όπως τα παλαιότερα, αν και πολύ θα το ήθελα να με είχε διαψεύσει. Δυστυχώς, τα όσα με είχαν ενοχλήσει ως τάσεις στο γράψιμο του Steven Erikson από το The Bonehunters και μετά, ε, είναι πια καθεστώς στο 9ο βιβλίο και θα είναι σίγουρα στο 10ο. Εξ ου και αυτό το post.

Xωρίς να ξέρω με σιγουριά αν είμαι ο μόνος ή όχι – στο forum του MalazanEmpire.com δεν φαίνονται να συμφωνούν πολλοί μαζί μου, αλλά δεν είναι όλοι οι αναγνώστες του SE μαζεμένοι εκεί – έχω μείνει με μία πικρή γεύση στο στόμα από τη δουλειά του Καναδού. Είναι πεποίθησή μου πως τελικά πρόδωσε και ξεπούλησε φτηνά την απίθανη δουλειά που είχε κάνει με τον Esselmont στη δημιουργία αυτού του απίστευτα περίπλοκου, ζωντανού κόσμου μέσα στον οποίο – στο χώρο και το χρόνο του – διαδραματίζονται τα 10 βιβλία της σειράς.

Από πού να πρωτοξεκινήσει κανείς; Από τις λιγοστές αναλογικά σκηνές δράσης, που φαίνονται σχεδόν… εμβόλιμες εκεί αντί να τούς αποδίδεται το ειδικό βάρος που αξίζουν (hello, στο λογοτεχνικό είδος του fantasy συνεχίζουμε να βρισκόμαστε); Από τις μεγάλες «κοιλιές» που έκανε όλο το βιβλίο στη σεναριακή του πορεία, κουράζοντας άνευ λόγου και αιτίας τον αναγνώστη με ενδοσκοπικές αναζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά; Από την εμμονή στην αυτολύπηση και μιζέρια για κάθε χαρακτήρα που έχει κάτι να αναλογιστεί για τη ζωή του, σε βαθμό όχι ψυχοπλαστικό, αλλά ψυχοφθόρο; Από τις βολικές εμφανίσεις ή εξαφανίσεις χαρακτήρων που αποκτούν ή χάνουν τη σημαντικότητά τους από το πουθενά; Από την «τραγική ειρωνεία» που επιφυλάσσει ο συγγραφέας για το τέλος του βιβλίου, με την οποία ουσιαστικά καταρρίπτει τους λόγους για τους οποίους παρακολουθούσαμε μία ολόκληρη στρατιά χαρακτήρων και την πορεία της προς μια τελική μάχη. εδώ και… 3 βιβλία; Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Δυστυχώς.

Κάποτε χαμογελούσα με κατανόηση διαβάζοντας στις συνεντεύξεις του Erikson ότι θέλει με τα Malazan να καταρρίψει τις νόρμες και τα κλισέ της ηρωϊκής φαντασίας, να αποδείξει ότι η ζωή είναι γεμάτη τραγικές συμπτώσεις και τραγική ειρωνεία, να δώσει μια περισσότερο ρεαλιστική διάσταση στα επικά έργα του παρελθόντος, που χαρακτηρίζονταν από υπερβολή και ρηχό υπόβαθρο. I liked. A lot. Τώρα, κουνώ το κεφάλι αποδοκιμαστικά γιατί ο Erikson κατάφερε το αδύνατο: να δημιουργήσει τα δικά του κλισέ κατά τη διάρκεια της δεκαλογίας και να τα επαναλαμβάνει με τρόπο τόσο κουραστικό και απογοητευτικό, ώστε να κάνει τον αναγνώστη ν’ αναρωτιέται που βρίσκεται το νόημα στην ανάγνωση των βιβλίων του. Πραγματικά, δηλαδή.


Με δύο απλά λόγια, ο Erikson από το 8ο και μετά, τα «ξεπετάει» τα Malazan. Το ποσό των 680.000 λιρών που είχε συμφωνήσει πριν από 10 χρόνια με την Bantam για την δεκαλογία δεν ακούγεται και τόσο super duper πια (για δουλειά 10 χρόνων) και ενδέχεται να παίζει κι αυτό ένα ρόλο. Υποθέτω πως ο Erikson θέλει επίσης να την τελειώσει αυτή τη… ρημάδα τη δεκαλογία και να μην την αφήσει μισή, όπως πιθανότατα θα κάνει ο Martin με το δικό του έπος (το οποίο θα γίνει τηλεοπτική σειρά και εννοείται ότι δεν θα τελειώσει in this lifetime).  Σεβαστό κι αυτό, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πώς τελείωσε ο King και το δικό του «έπος» του The Dark Tower – ο Erikson τουλάχιστον δεν βιάζεται να το ολοκληρώσει πριν τη φυσική του εξέλιξη και με «συνοπτικές διαδικασίες».

Από την άλλη… να. Κάτι λυπηρό, όσο και σημαντικό. Προδίδεις το όραμά σου όταν σκιαγραφείς κάτι συγκλονιστικό με την αρχική σου δουλειά και καταλήγεις να περιγράφεις κάτι σημαντικά κατώτερο με την τελική σου. Και το απίθανο potential που είχαν τα 5 πρώτα βιβλία της δεκαλογίας δεν έφτασε ποτέ στον αναγνώστη. Άλλοι δεν το βλέπουν, είναι υπερβολικά fanboys για να χρεώσουν τίποτε λάθος στον Erikson, στα δικά μου μάτια ωστόσο – που με ενδιαφέρει να διαβάζω πράγματα συγκλονιστικά και όχι… meh – είναι πια ολοφάνερο. Πέρα από κάθε αμφιβολία.

Κάποτε – και με το «κάποτε» εννοώ πριν από λίγα μόλις χρόνια – «μετρούσα» τα διαδοχικά καλοκαίρια της ζωής μου με τις μέρες αναμονής για το επόμενο βιβλίο του Erikson. Όχι πια. Εννοείται πως θα αγοράσω και το 10ο, εννοείται πως θα αγοράσω και τα τουλάχιστον τρία ανακοινωμένα του Esselmont που συνδέονται με το μαγικό αυτό κόσμο της σειράς, αλλά… ως εκεί. Από απλό ενδιαφέρον πια, όχι από αγάπη. Και είναι κρίμα, γιατί το όραμα του Erikson και του Esselmont είχε τις προδιαγραφές να κάνει το έργο του Tolkien να φαίνεται ως απλοϊκό παραμυθάκι – και αυτό για έναν λάτρη των LOTR είναι πολύ μεγάλη κουβέντα να γραφεί. Τώρα, τα Malazan θα μείνουν στην ιστορία της ηρωϊκής λογοτεχνίας φαντασίας ως το σημαντικότερο έργο της περασμένης δεκαετίας, ναι, αλλά όχι ως κάτι περισσότερο. Και είναι, ξανά, λυπηρό και απίθανο κρίμα. Όσο δεν μπορώ να περιγράψω, φοβάμαι.

Oh, well. Ήθελες να αποδείξεις ότι οι grand ιδέες δεν γίνονται πάντα grand έργα, στο πλαίσιο αυτής της άδικης ζωής κλπ κλπ, Steven; Τα κατάφερες.

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 22, 2009

Home. Δείτε το. Τώρα.

Στο 99% των περιπτώσεων, είμαι το είδος του ανθρώπου που οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές θα χαρακτήριζαν τυπικό: όχι ακριβώς αναίσθητος, αλλά ούτε και διατεθειμένος να κάνει τίποτε πραγματικά σπουδαίο για τα ζητήματα εκείνα που δεν επηρεάζουν άμεσα και καταφανώς την καθημερινή του ζωή. Ξέρεις, εκείνο το είδος του sob που δεν είναι βλάκας μωρέ, καταλαβαίνει πράγματα, αλλά πρέπει να τον κλωτσήσεις στο κεφάλι με Wehrmacht για να νοιώσει πραγματικά ότι μερικά προβλήματα εκτείνονται πέρα από τους λογαριασμούς του μήνα, το service του αυτοκινήτου και το τί extra δουλίτσα μπορούμε να βρούμε αυτόν τον καιρό για να οικονομήσουμε το μαρούλι που θα μας αγοράσει εκείνο το πανάκριβο νέο gadget.

Ε, λοιπόν, χθες έφαγα κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht. Και την απόλαυσα κιόλας.

Παρακολούθησα το Home, το ντοκυμαντέρ μεγάλου μήκους του Yann Athus Bertrand για το οποίο είχαν ακουστεί πολλά πριν την προβολή του. Ήξερα περί τίνος επρόκειτο, αλλά ο super θεός εγώ αρχικά κάθησα να το δω επειδή το βρήκα σε matroska των 1080p και ήθελα να απολαύσω για πολλοστή φορά την εικόνα της Kuro μου. Ξέρεις. Ο συνηθισμένος, καθημερινός sob γκατζετάκιας.

home_post_art_1
Ε, λοιπόν, μέσα στο πρώτο τέταρτο είχα σταματήσει να ασχολούμαι με την εικόνα per se. Παρακολουθούσα με ανοιχτό το στόμα τί πραγματικά έχει κάνει σε αυτόν τον πλανήτη το ανθρώπινο είδος, πόσο έχει βιάσει τη φύση, πώς έχει διαταράξει τις ισορροπίες εκατομμυρίων ετών μέσα σε μόλις 50 χρόνια. Είδα καταστροφές τροπικών δασών που κάνουν τους αλήτες που καίνε τα… αλσύλια της Αττικής να μοιάζουν με παιδιά του νηπιαγωγείου. Είδα απόβλητα πετρελαίου να εκτείνονται ως τον ορίζοντα και τα χιόνια στις κορυφές των βουνών, τους πάγους στον Αρκτικό και την Ανταρκτική να λιώνουν σαν παγωτό στο φούρνο. Είδα τους ουρανοξύστες των μητροπόλεων σε αντιπαραβολή με το φυσικό περιβάλλον που κατέστρεψαν και μου φάνηκαν τόσο εγκληματικά άσχημοι, ώστε ποτέ ξανά δεν θα τούς δω με το ίδιο μάτι στις ταινίες-αμερικανιές που τους εκθειάζουν.

Με μία κουβέντα, έφαγα κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht. Δεν ξέρω αν ήταν ο Ronald Koeman ή ο Roberto Carlos που τη φορούσαν, αλλά όποιος μου την έδωσε την κλωτσιά, ποδοσφαιριστής ήταν σίγουρα.

home_post_art_2
Περιττό να πω πως… ναι, ένας από τους λόγους που συγκλονίζει το ντοκυμαντέρ του είναι ο τεχνικός τομέας του. To put it simply, απλώς ΔΕΝ υπάρχει τίποτε πιο εντυπωσιακό από κινηματογραφικής άποψης αυτή τη στιγμή σε υψηλή ευκρίνεια. Έχω σε Blu-ray τη συλλογή Earth του BBC και το The March of the Penguins, έχω δει κι άλλα hi-def ντοκυμαντέρ σε δορυφορικά, αλλά δεν πλησιάζουν καν με αυτά που έχει συλλάβει η κάμερα του Bertrand. Τίποτε δεν συγκρίνεται με τα πανοραμικά τοπία, τη φωτογραφία, τις θεϊκές γωνίες λήψης, τα χρώματα που κατακλύζουν την οθόνη σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του ντοκυμαντέρ. Αυτός ο πλανήτης είναι ένα κόσμημα, ένα πολύχρωμο, μοναδικό διαμάντι με χίλιες διαφορετικές, μαγικές πλευρές, κι εμείς το γδέρνουμε καθημερινά με τεχνολογικά προηγμένα, τρυπάνια από μαύρο, κακάσχημο διαμάντι. Αυτό είναι το μήνυμα της εικόνας. Το απίστευτο soundtrack και η εξαιρετική αφήγηση της Glenn Close ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των εικόνων, αλλά και στο mute να τις έβλεπες, πάλι μουδιασμένος θα κατέληγες.

Εκεί βρίσκεται η νίκη του Bertrand. Ο Γάλλος κατάλαβε ότι απλώς να λες στους ανθρώπους γενικώς και αορίστως για προβλήματα δεν τους αγγίζει πια. Έχουν αναισθητοποιηθεί. Πρέπει να τους πιάσεις από το λαιμό, να τους στρέψεις στην κινούμενη εικόνα και να τους κάψεις την ίριδα με κάτι συγκλονιστικό, για να ταρακουνηθούν και να σου δώσουν την προσοχή τους. Κι αφού σου δώσουν την προσοχή τους, θα ακούσουν αυτό που έχεις να τους πεις για το περιβάλλον. Κι ας ήταν κάτι εξόχως abstract στο μυαλό τους μισή ώρα πριν.

home_post_art_3
Δύο πράγματα θα πω μόνο για να κλείσω το χρονικό της κλωτσιάς στο κεφάλι με Wehrmacht. Το ένα, ότι προς το τέλος του Home βούρκωσα, συνειδητοποιώντας σε τί κατάσταση θα παραδώσουμε τη Γη στα παιδιά μας και πώς αυτά θα κληθούν να πληρώσουν τα εγκλήματα της γενιάς μου και κάθε γενιάς του 20ου αιώνα. Το δεύτερο, ότι ένοιωσα απίστευτη ενοχή συνειδητοποιώντας ότι εγώ κάθομαι και βλέπω αυτό το ντοκυμαντέρ στην ωραία μου τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας, κάτω από το κλιματιστικούλι μου, ρουφώντας το χυμούλη μου, όταν εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει και θα πεθάνουν εξαιτίας ακριβώς αυτών που εγώ σαν χάνος παρακολουθώ. Οι τύψεις ήταν αρκετές για να μην εξαφανιστούν το πρωί. Dude, that’s huge in my world.

Σήμερα, που είναι η επόμενη μέρα από εκείνη που παρακολούθησα το Home, σκοπεύω να κάνω κάτι για να βοηθήσω; Ναι, σκοπεύω ακόμη. Θα προσπαθήσω να μην αγοράζω πράγματα που δεν χρειάζομαι πραγματικά, θα καίω όσο το δυνατόν λιγότερο ρεύμα, θα ανακυκλώνω – ό,τι μπορώ να κάνω, τέλος πάντων. Θα κρατήσει; Ελπίζω. Θα δείξει.

home_post_art_4
Σε κάθε περίπτωση, είτε είσαι sob γκατζετάκιας σαν εμένα που θέλει μια κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht, είτε όχι, δες το Home. Για την ακρίβεια, είτε είσαι ο,τιδήποτε συγκεκριμένο απέναντι στο θέμα είτε όχι, δες το. Δες το Home. Πες το και σε άλλους. Να το δουν κι αυτοί.

Κι έτσι, έστω κι αν χρειάζεται μια οπτικοακουστική παραγωγή επιπέδου Hollywood για να τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων, ίσως κάτι ν’ αλλάξει. Γιατί – χρησιμοποιώντας τα λόγια της αφήγησης του Home – it’s too late to be a pessimist.

Αυτά. Aς το παραγγείλω τώρα και σε Blu-ray, καθώς ο sob γκατζετάκιας εαυτός μου πραγματικά το χρειάζεται.

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαΐου 11, 2009

Ποιός είναι ο καλύτερος Έλληνας DJ, λοιπόν;

Να, μέσα σε όλο αυτό το απίθανα κακό κλίμα των τελευταίων ημερών – Βουλή out of order… κατά παραγγελία δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος στην Ελλάδα – και κάτι ενδιαφέρον. Για όσους και όσες αρέσκονται στη χορευτική μουσική, anyway. Η δισκογραφική PlanetWorks και η Amstel Pulse διοργανώνουν την πρώτη online ψηφοφορία για την ανάδειξη του/της καλύτερου/ης DJ της χώρας μας. Το σχετικό Web site βρίσκεται εδώ και οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να ψηφίσουν τους πέντε DJ που αγαπούν περισσότερο, καθώς και έναν ξένο DJ της προτίμησής τους. Η ψηφοφορία θα διαρκέσει έως και τις 10 Ιουνίου, ενώ οι δημοφιλέστεροι DJ θα βραβευτούν σε ειδικό event στο Venue την επόμενη ημέρα – παρουσία και του διάσημου Bob Sinclair που θα παίξει εκεί το ίδιο βράδυ.

grdjawards09art

Με μία γρήγορη ματιά η λίστα των Ελλήνων DJ φαίνεται πλήρης, καθώς όντως τα περισσότερα γνωστά ονόματα του clubbing και των ραδιφωνικών σταθμών της πρωτεύουσας (και όχι μόνο) περιλαμβάνονται σε αυτήν. Μερικές επιλογές βέβαια είναι συζητήσιμες: να συμπεριληφθεί σε αυτή τη λίστα, για παράδειγμα, η πιτσιρίκα και σίγουρα όχι… master των decks Όλγα Κουκλάκη, αλλά όχι η Άννα Αναστασίου του Best, με πολύ μεγαλύτερη πορεία στο χώρο και πολύχρωμο κοινό, είναι μικρό – ή όχι και τόσο μικρό – φάουλ. Βέβαια οι διοργανωτές αναφέρουν ότι «τα κριτήρια για τη δημιουργία της αρχικής λίστας είναι η φήμη τους, η εμπειρία, οι παραγωγές και η παρουσία τους στη διεθνή dance σκηνή», κι αυτό όμως δεν ορίζει με τόση σαφήνεια τη λίστα των επιλογών. Σε κάθε περίπτωση, οι επισκέπτες μπορούν να εισάγουν οι ίδιοι τον αγαπημένο τους DJ αν δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα και οι διοργανωτές δηλώνουν πως ύστερα από έγκριση, θα υπαχθούν επίσης στα επιλέξιμα ονόματα. Κάτι είναι κι αυτό.

Δεν μπορώ να δηλώσω, πάντως, ότι δεν είμαι άκρως ικανοποιημένος που ένας από τους αληθινά αγαπημένους μου DJ, ο Αδριανός Παπαδέας των Concealed Truth (1 και 2), είναι πρώτος στην κατάταξη την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. 🙂 Ιδανικά θα ήθελα στο top ten και το Γιώργο Σεράγο, τον V-Sag, τον Δημήτρη Παπασπυρόπουλο, τον Dousk, τον Αλέξανδρο Χριστόπουλο, τον Chris Nemmo, το Νίκο Διαμαντόπουλο, το Νίκο Πατρελάκη, τον G-Pal και την Άννα Μαρία Χ. Κι ας με κατηγορήσουν για μεροληψία υπέρ του Best – το έκρυψα ποτέ; Σαφώς και όχι!

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαΐου 9, 2009

Μια εβδομάδα με το iPhone

Από μερικές απόψεις… σαφώς ντροπή αληθινή, άνθρωπος που γράφει για τεχνολογία σχεδόν 20 χρόνια, να φτάνει στο πάρτυ του iPhone τόσο αργά. ΟΚ. Αλλά η σχέση μου με το κινητό της Apple ήταν αυτό που λέμε «μίσους και πάθους» από πολύ νωρίς. Τόσο επειδή μου προκαλεί απέχθεια ο οπαδισμός και η ηλίθια λατρεία που τρέφουν οι… πιστοί του Steve Jobs για ο,τιδήποτε φέρει το λογότυπο του μήλου, όσο και επειδή το iPhone συνδέθηκε ως συσκευή με το είδος της «μόδας» που αποστρέφομαι όσο τίποτε άλλο. Το Jesus Phone ήταν για μένα, για πάρα πολύ καιρό, η επιτομή του pretentious crap: του κάτι στην ουσία «δήθεν», που έχει ένα σωρό «θέματα», περιβάλλεται όμως από τέτοιο hype ώστε θα έπρεπε για κάποιο λόγο να υποκύψουμε όλοι σε αυτό το image και να το αποκτήσουμε χωρίς κρίση ή σκέψη. Του προϊόντος που έχει εξαγιαστεί σε τέτοιο βαθμό, που σε κάνει εξοργισμένο να περιφρονείς και τα ολοφάνερα θετικά του. Χθες, πάντως, συμπλήρωσα μία εβδομάδα χρήσης με το κινητό αυτό – και σκέφτηκα πως θα έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον ή/και πλάκα να καταθέσει τις εντυπώσεις του ένας (πρώην;) iPhone hater. Ένας τέτοιος, όμως, που τουλάχιστον έχει την εμπειρία και το background και τους λόγους να το κάνει με ακρίβεια και ειλικρίνεια.

Το iPhone ήταν πολύ ενδιαφέρον στα μάτια μου εξ αρχής ως εγχείρημα, αλλά δεν με είχε πείσει – το αρχικό μοντέλο είχε πάρα πολλά προβλήματα, ένα σημαντικό ποσοστό τους σχετικό με τη χρήση του ως τηλέφωνο αυτό καθ’ αυτό. Αν είναι να το αποκτήσει κανείς και να έχει και… ένα κινητό μαζί του για τις κλήσεις και τα μηνύματα, sorry, αλλά δεν είναι συλλογιστική αυτή, τόσο ως concept όσο και πρακτικά. Πάρα πολύ σπάνια άλλωστε νοιώθω την ανάγκη να είμαι… trendy, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες που έσπευσαν να αποκτήσουν iPhone μην γνωρίζοντας ότι αγοράζουν υπολογιστή-κινητό (κι όχι κινητό-υπολογιστή) και μην έχοντας καμία ουσιαστική διάθεση να το εκμεταλλευτούν πραγματικά. Οπότε στην αρχική φάση της κυκλοφορίας του, και μέχρι την ανακοίνωση της κυκλοφορίας του iPhone 3G και στην Ελλάδα, δεν είχα καν μπει στη διαδικασία να σκεφτώ αν θα πρέπει να το αποκτήσω. Πόσο μάλλον να το ποθήσω κιόλας.

iphoneweekart1

Με την κυκλοφορία του iPhone 3G κι εδώ στα τέλη Αυγούστου, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Στις αρχές Σεπτέμβρη αποφάσισα εν τέλει να το αγοράσω, στο μεταξύ όμως η απαράδεκτη Vodafone είχε ήδη εγκαταλείψει την αρχική της πολιτική, δεν έδινε τα iPhone 3G χωρίς σύνδεση – αλλά δεν το παραδεχόταν και ανοιχτά, εξαπατώντας το κοινό – οπότε το ανέβαλλα για ακόμη μια φορά. Fast forward όμως έξι μήνες μετά και την ημέρα που η CosmOTE (της οποίας είμαι συνδρομητής φεύγοντας μετά από 9 χρόνια από τη Vodafone) ξεκίνησε επίσης τη διάθεση του iPhone 3G, ήμουν ήδη… προετοιμασμένος ψυχολογικά να το αποκτήσω. Από το Γενάρη βέβαια είχαν ήδη αρχίσει να διαρρέουν οι πληροφορίες για το επερχόμενο iPhone Pro – ή όπως αλλιώς θα το ονομάσει η Apple – του Ιουνίου, οπότε και πάλι δεν έδινε την αίσθηση ακριβώς σοφής κίνησης η απόκτηση του iPhone 3G τώρα. Αλλά… τί να γίνει. Είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου, μάλλον.

Τo make a long story short, τελικά το αγόρασα, ξέροντας πολύ καλά ότι ενδέχεται σε 3 μήνες από σήμερα να έχω ήδη πάει στο iPhone Pro. Δεν πειράζει. Κατά μία έννοια, μπράβο στην Apple και το iPhone που με έκαναν να αισθανθώ ότι δεν μπορώ πια να μην είμαι χρήστης μιας συσκευής που έχει ανατρέψει τα δεδομένα στα PDA, τα mobile apps, ακόμη και το handheld gaming εσχάτως. Είχα χειριστεί iPhone φίλων πολλές φορές, είχα κάνει test δικά μου σε διάφορα apps, ήξερα σε γενικές γραμμές τί να περιμένω και τί όχι. Και μετά από μία εβδομάδα non-stop χρήσης (αλλά πραγματικά non-stop…!) η εικόνα που έχω για το Jesus Phone; Όχι ακριβώς αυτή που περίμενα να έχω, ομολογουμένως, αλλά και όχι μακριά από αυτήν που υποψιαζόμουν ότι θα έχω.

iphoneweekart2

Πρώτα, τα θετικά. Ποιότητα κατασκευής: άριστη, ασύγκριτη με το 95% των κινητών που κυκλοφορούν. Η αίσθηση που δίνει κατά το χειρισμό: ευχάριστη, προσωπική, άνετη (καμία σχέση με τα κινητά Windows Mobile ή τις όποιες εκδοχές του S60). Η δυναμική του: το iPhone είναι πια όχι απλώς αυτόνομο φορμά, είναι το πιο πολλά υποσχόμενο φορμά. Σε προοπτικές συγκρίνεται μόνο με το Android – όταν το τελευταίο αρχίσει να σοβαρεύεται βέβαια – και ήδη σήμερα είναι εφικτό να βρει κανείς μία εφαρμογή για σχεδόν ο,τιδήποτε μπορεί να φανταστεί στο App Store. Το όλο «οικοσύστημα» που έχει αναπτύξει γύρω από το iPhone η Apple: έχεις μια καλή ιδέα και ικανότητα στον προγραμματισμό; Ξαφνικά, έχεις μία αγορά 20 εκατομμυρίων ανθρώπων που προτίθενται να βάλουν το χέρι στην τσέπη για σένα, αν όντως η ιδέα σου εξυπηρετεί κάτι και έχει εκτελεστεί άρτια. Και με… «τσατσά» μόνο την Apple (κι όχι 37 τυχάρπαστους μεσάζοντες) η οποία κρατά ένα λογικό ποσοστό από κάθε πώληση – όλο το υπόλοιπο είναι δικό σου και η αγορά σου, μέσω Internet, αληθινά παγκόσμια. Αυτό είναι κάτι που καμία άλλη συσκευή, φορητή ή όχι, δεν έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία. +10 στο Cuppertino και μόνο γι’ αυτό.

Στα θετικά, για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν θα αναφέρω τίποτε για jailbreak, Cydia και όλα τα σχετικά. Είναι επιλογή του καθενός αν θα «σπάσει» το iPhone του ή όχι και – κάτω από κανονικές συνθήκες – δεν θα έπρεπε να αποτελεί τόσο μεγάλο «plus» το γεγονός ότι είναι εύκολο να εγκαταστήσει κανείς σε αυτό παράνομα εμπορικές εφαρμογές. Όπως και στο PSP, δεν είμαι της συλλογιστικής ότι το αγοράζεις το Jesus Phone επί τούτου για να το… παραβιάσεις και να κυνηγάς warez από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν το έχω κάνει ακόμη. Αν συντρέξει σοβαρός λόγος (όπως η μη ενεργοποίηση του modem για σύνδεση στο Internet π.χ. ενός laptop στο OS 3.0), βλέπουμε.

iphoneweekart3

Μετά, όμως, τα αρνητικά – πολλά εκ των οποίων οι οπαδοί της Apple (γιατί περί οπαδών πρόκειται) τείνουν να εθελοτυφλώντας. Το iPhone είναι super ως φορητό gadget πολλαπλών χρήσεων, αλλά ως τηλέφωνο…; Μέτριο στην καλύτερη περίπτωση: και κακή λήψη, και διακοπές σε κλήσεις, και ελάχιστες επιλογές στη διαχείριση επαφών, και και και και… Πολύ μικρή αυτονομία: πρακτικά κάθε μέρα φόρτιση χρειάζεται, ειδικά αν το αξιοποιεί κανείς αρκετές φορές μέσα στην ημέρα για πρόσβαση στο Internet μέσω 3G (που γι’ αυτό το αγοράζει στην ουσία). Μιλώντας για πρόσβαση στο Internet, έστω κι αν δεν είναι θέμα iPhone αυτό, ε, ας το πει κανένας χριστιανός σ’ αυτή τη χώρα με τ’ όνομά του: δεν υπάρχουν ταχύτητες 3G στο Ελλάντα. Τέλος. Ας το έχει στα υπόψιν του και ο κανείς αυτό, που παρακολουθεί τις… εναλλακτικής πραγματικότητας διαφημίσεις των τηλεφωνάδων και των αλυσίδων τεχνολογίας και αποκομίζει την εντύπωση ότι θα έχει DSL στην τσέπη και Web browsing σαν στο σπίτι του με το iPhone. Έλεος.

Αυτό που όμως είναι καθαρά θέμα iPhone, και της Apple, είναι αυτό του App Store. Θεέ μου, τόση, μα τόση, μα τόση σαβούρα σε software δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Μα τόση. Kαι λέγαμε ότι η βιβλιοθήκη τίτλων του DS και του Wii είναι χαμηλού επιπέδου… που να ήξεραν δηλαδή, όσοι το υποστηρίζουν, τί συμβαίνει στη βιβλιοθήκη του iPhone. Περηφανεύεται η αμερικανική εταιρεία ότι έχει να προσφέρει 30.000 διαφορετικές εφαρμογές και έχουν γίνει 1 δις downloads, όμως από τα 30Κ εφαρμογές ανάθεμα να αξίζουν οι 500 (και είπα πάρα πολλές), ενώ τα δις downloads είμαι σίγουρος ότι αφορούν κατά 80% σε αηδιούλες που όλοι μας κατεβάσαμε μία φορά, είδαμε δύο και την τρίτη απεγκαταστήσαμε. Ναι, ναι, τα καταλαβαίνω κι εγώ τα περί «δημοκρατίας της δημιουργίας», αλλά αδελφέ μου, αν πρόκειται ο κάθε πικραμένος αργόσχολος να ανεβάζει στο App Store το κοντό και το μακρύ του – και να πρέπει να «χτενίσω» επί ώρες τις λίστες μήπως βρω κάτι ποιοτικό – να τη βράσω τη δημοκρατία/ασυδοσία. Από αυτήν την άποψη, χίλιες φορές να κάνει η Apple αυτό που ακούγεται, να ιδρύσει δηλαδή ένα Premium App Store, το οποίο θα πωλεί μόνο ΑΑΑ εφαρμογές και games, μόνο αντί 9.99 ευρώ και πάνω. Η ήρα από το στάχυ, ένα πράγμα.

iphoneweekart4

Έπειτα, υπάρχουν τα… pet hates μου. Το μισητό iTunes συνεχίζει να με ενοχλεί με την εμμονή του να προσαρμοστώ εγώ στο πώς αυτό λειτουργεί και όχι το αντίθετο (η θρησκόληπτοι του Cuppertino δεν καταλαβαίνουν καν το concept του «ίσως υπάρχει κι άλλος τρόπος από αυτόν που σου επιβάλλει ο Jobs»). Συνεχίζει να δείχνει ότι έχει αναπτυχθεί για Mac και όχι για PC (helloooooo… οι πιο πολλοί κάτοχοι iPhone και iPod Touch πλέον είναι PC users), συνεχίζει να επιβάλλει την εκτέλεσή του στο start-up είτε θέλει ο χρήστης είτε όχι (ήταν τόσο δύσκολο να καλεί τα services που χρειάζεται όποτε τα χρειάζεται;) και συνεχίζει να είναι απαράδεκτα κακό στην πλοήγηση. Το σύστημα των Contacts του iPhone δείχνει να μην αναγνωρίζει το αντίστοιχο structure στη SIM κανενός άλλου κινητού (δοκίμασα Nokia, SE). Ξαναμανά πέρασμα από Outlook για να μπουν σωστά και διόρθωση επιτόπου για τα όποια λάθη (και το virtual keyboard είναι δύσχρηστο ακόμη και σε portrait mode). H μαύρη λάκα του κινητού μαγνητίζει τις δαχτυλιές όσο τίποτε άλλο έχω ποτέ συναντήσει (ακόμη και το PSP ωχριά μπροστά του), ενώ η οθόνη στο φως του ήλιου διαβάζεται μεν, αλλά όχι ακριβώς με άνεση. Αμέτρητα κινητά ή άλλες συσκευές έχω συναντήσει με παρόμοια προβλήματα, ναι, αλλά… αυτό υποτίθεται ότι είναι το Jesus Phone. Έχω ήδη κάνει μια σειρά από παραδοχές αγοράζοντάς το, να είμαι happy που κάνω κι άλλες στην πορεία;

Όποιος και όποια έχει παρακολουθήσει την πορεία του iPhone ως συσκευής, σίγουρα παρατήρησε πως δεν έκρινα σκόπιμο να σταθώ στα… συνήθη παράπονα. Το copy and paste θα το έχουμε με το firmware 3.0, όπως και επίσημα ελληνικά, μαζί με μια πλειάδα από διορθώσεις και προσθήκες (καμία εκ των οποίων όμως δεν διορθώνει τα παραπάνω αρνητικά). Η μπαταρία που δεν αφαιρείται είναι ένα θέμα, αλλά… spare me. Κανείς μας δεν κρατά πια κινητά πάνω από 2 χρόνια. Ναι, κακό που ο άνθρωπος στον οποίο θα χαρίσω το iPhone 3G το καλοκαίρι του 2009 θα διαπιστώσει ότι η μπαταρία λιθίου το Πάσχα του 2010 χρειάζεται φόρτιση δύο φορές τη μέρα – αλλά δεν ήλθε και η συντέλεια του κόσμου. Η κάμερα των 2.0 megapixel είναι τραγική από όλες τις απόψεις, τα αποτελέσματά της το ίδιο, αλλά πόσους ξέρει κανείς που… εκτυπώνουν φωτογραφίες που συλλαμβάνουν με κινητό; Για Web είναι πιθανώς ΟΚ. Τα MMS ποτέ δεν τα χρησιμοποίησα τόσο, ώστε να μου λείψουν στο iPhone (και έρχονται στο 3.0 ούτως ή άλλως). Δεν διαμαρτύρομαι, τέλος, για το γεγονός ότι δεν γίνεται να έχω multitasking στις εφαρμογές, γιατί έχει δίκιο η Apple: αν με το παρόν καθεστώς στην εκτέλεση των apps χρειάζεται κάθε μέρα φόρτιση το iPhone, με 2-3 εφαρμογές να «τρέχουν» στο background, θα το φόρτιζα το πρωί και μέχρι να πάω στο γραφείο θα χρειαζόταν πάλι φόρτιση. Καλύτερα ως προσέγγιση τα app notifications που προτείνει, αν λειτουργούν όπως περιγράφει.

iphoneweekart5
Συμπέρασμα πρώτο, λοιπόν, μετά απ’ όλα αυτά; The Jesus Phone is so fucking far from divine, όσο δεν μπορώ να περιγράψω. Είναι ένα διαμάντι μεν, μα με τόσες ατέλειες, που σε εκνευρίζει να σκέφτεσαι πόσο απίθανα υπέροχο θα ήταν χωρίς αυτές (και δεν είναι). Συμπέρασμα δεύτερο; Είμαι… ήδη προετοιμασμένος ψυχολογικά για το iPhone Pro, ακριβώς επειδή μου αρέσει το iPhone 3G αλλά με ενοχλούν τα πολλά του ζητήματα. Μεγαλύτερη μπαταρία, όλα τα προβλήματα της συσκευής ως τηλέφωνο λυμένα, περισσότερες δυνατότητες στο εξ ορισμού software, ένα premium App Store, και δηλώνω super happy. Απ’ ότι φαίνεται το iPhone Pro θα προσφέρει βελτιώσεις σε επίπεδο hardware, και τις αντίστοιχες extra λειτουργίες, για να δικαιολογήσει τη διαφορά τιμής με το iPhone 3G. Μα, όσο κι αν το θέλω, αν δεν έχει ξεπεράσει τα βασικά του θέματα πριν φροντίσει να προσφέρει αυτά τα περισσότερα, θα κάνω ό,τι μπορώ για να αποτρέψω τον εαυτό μου από την αγορά του. Κι αυτό είναι υπόσχεση, εντάξει;

Λέμε τώρα.

iphoneweekart6

Υ.Γ. Ψάχνοντας για τις εικόνες που θα συνόδευαν αυτό το post, συνάντησα και μία αληθινά διασκεδαστική. Αυτήν. Ο τίτλος της; «iWish». Διπλά διασκεδαστικός… I wish indeed!

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαΐου 6, 2009

Και το post roll κύκλους κάνει…

Λοιπόν, υπάρχουν διαπιστώσεις του περίφημου εκείνου «θυμόσοφου ελληνικού λαού» (αν και πολύ αμφιβάλλω αν είναι μόνο δικές του), τις οποίες αποδέχεται κανείς μηχανικά και ασυνείδητα – μέχρι τη στιγμή που πραγματικά θα τις νοιώσει ως ορθές γιατί… χμ… προφανώς έρχεται και γι’ αυτόν το πλήρωμα του χρόνου να τις βιώσει. Να, όπως η διαπίστωση «κύκλους κάνει η ζωή», η οποία όχι απλώς αληθινή, μα πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ αληθινή είναι (περίοδο οικονομικής κρίσης διανύουμε, όλα σε ευρώ τα σκεφτόμαστε). Κάθε φορά που το διάβαζα ή το άκουγα αυτό το «life goes in circles», δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία – όχι γιατί πιστεύω ότι η ζωή κινείται γραμμικά ή κάτι τέτοιο, αλλά επειδή πίστευα ότι γενικολογίες για κάτι τόσο απρόβλεπτο όσο η ζωή, είναι ως επί το πλείστον άκυρες.

Και, πριν από λίγα λεπτά… it hit me. Ψάχνω να βρω ένα καινούργιο theme του WordPress για το παρόν blog (ε, τι, 18 μήνες το ίδιο…;) και κοιτούσα ποιά από τα free που έχω διαλέξει θα διατηρήσουν ανέπαφα τα post και τα γραφικά τους. Και κοιτούσα τα παλιότερα post. Και έτσι, πολύ απλά… it hit me.

rollincirclesart1

Πριν από σχεδόν 2 χρόνια, έγραφα το αποχαιρετιστήριο (με παραπάνω μελό και παράπονο απ’ ότι θα το έκανα τώρα… αλλά δεν έχει σημασία) post μου στην Ελευθεροτυπία, μετά από 15 χρόνια καριέρας εκεί. Και, σε λίγες ημέρες, αποχωρώ… και επίσημα από τη θέση του διευθυντή ανάπτυξης των New Media του ομίλου Λυμπέρη, θέση στην οποία πήγα φεύγοντας από την «Ε». Ένα το κρατούμενο.

Λίγες μέρες νωρίτερα είχα γράψει φοβερό και τρομερό post – ναι, ξέρω… wow – για το πώς η Sony θα κυκλοφορούσε νέα έκδοση του PSP (και μετά άλλο γιούχου-γιούχου post επειδή είχα αποδειχθεί σωστός). Σήμερα, όλος ο κόσμος το έχει βούκινο και η Sony… κρυφό καμάρι ότι θα ανακοινωθεί επίσης νέα έκδοση του PSP στην Ε3 2009 το καλοκαίρι. Θα μπορούσα υποθέτω να γράψω πάλι post, μα αφενός θα γελούσα την ώρα που θα το έγραφα, αφετέρου… έχουμε πια άλλους αναλυτές πια για την αγορά του gaming στην Ελλάδα (LOL^n). Δεύτερο κρατούμενο.

rollincirclesart2
Το Μάρτη του 2008 είχα δημοσιεύσει ένα post για το υποθετικά τελευταίο HD-DVD που θα αγόραζα, μιας και η Toshiba την είχε πια σηκώσει τη λευκή σημαία και το Blu-ray είχε οριστικά επικρατήσει. Κρίμα στο χαμένο φορμά, δεν είναι δίκαιο, cry me a river. Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι το πραγματικά τελευταίο HD-DVD το αγόρασα… πριν από μερικές ημέρες, ένα χρόνο μετά δηλαδή, και δεν ήταν άλλο από την διάσημη Casablanca: ας είναι καλά οι προσφορές των e-shops του εξωτερικού, που ακόμη «ξεφορτώνονται» στοκ. Καλά, δεν θα έγραφα ποτέ post μόνο για την Casablanca σε HD-DVD, αλλά σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν θα μπορούσα (υπερεκτιμημένη ταινία, απίστευτο όμως το restoration και ούτω καθ’ εξής). Τρίτο το κρατούμενο.

Πέρυσι το καλοκαίρι είχα γράψει ένα post σχετικά με το πόσο ενθουσιωδώς περίμενα το επόμενο βιβλίο-κεφάλαιο των Malazan Books of the Fallen, το Toll the Hounds του Steven Erikson. Η ίδια ανυπομονησία με διακατέχει και αυτές τις μέρες, έχοντας πλέον διαβάσει και την εισαγωγή του καινούργιου Dust of Dreams (και το Quicksilver του Neal Stephenson που ταλαιπωρώ αυτές τις μέρες δεν είναι τόσο απίθανα καλό ώστε να αποσπάσει το 100% της προσοχής μου από τα Malazan). Θεωρητικά, λοιπόν, θα μπορούσα να είχα γράψει αντίστοιχο post και για το Dust of Dreams, με το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο. Τέταρτο το κρατούμενο.

rollincirclesart3

Με άλλα λόγια… χμ. Πολλά μαζεύτηκαν τα κρατούμενα. Να ανοίξω έναν ιδιωτικό Κορυδαλλό να τα έχω μαντρωμένα ή θα έλθει κανένα βραδάκι να τα πάρει η Palaiokostas Airlines και θα πρέπει να δίνω και λογαριασμό στα «παράθυρα»; Δεν αποκλείεται. Οπότε… στο συρτάρι το σχέδιο του ιδιωτικού Κορυδαλλού για την ώρα. Ίσως αργότερα, σε καλύτερο – από οικονομικής άποψης – κλίμα.

Πέρα από αστεϊσμούς, όμως, είναι ανησυχητικό. Είναι οι αγορές που παρακολουθώ από κοντά, η λογοτεχνία που προτιμώ, οι δουλειές που επιλέγω αυτά που κάνουν τους κύκλους… ή είμαι εγώ που τους κάνω και οδηγούμαι να γράφω για τα όσα με ενδιαφέρουν ξανά και ξανά, μέσα σε τόσο στενό χρονικό πλαίσιο; Αν δεν είναι αυτό που λέμε either/or situation, μήπως είναι και τα δύο; Κι αν είναι… είναι σοβαρό, γιατρέ μου; Να το κοιτάξω;

rollincirclesart4

Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πρέπει να αρχίσω να γράφω για πιο πολλά διαφορετικά πράγματα. Diversification το λένε τα… τζιμάνια του marketing. Αν είναι να επαναλαμβάνομαι, βρε αδελφέ, ας είναι να το κάνω σε πιο μεγάλη γκάμα θεμάτων – έτσι μπορεί να ξεγελαστεί και κανείς.

Υ.Γ. Μέχρι τότε, να κι ένα τραγούδι που τυχαίνει να μου αρέσει πάρα, μα πάρα πολύ αυτόν τον καιρό – και οι στίχοι του δεν είναι άσχετοι με τα παραπάνω. Αγαπημένοι Bomb the Bass (αμφιβάλλω αν τους θυμάται πια κανείς από το Xenon 2 Megablast στον Atari ST και στην Amiga το 1989… εκεί τους άκουσα για πρώτη φορά), από το περυσινό Future Chaos: Black River, Gui Boratto remix, από την ολοκαίνουργια συλλογή του Δημήτρη Παπασπυρόπουλου Turning Point.

rollincirclesart5

Πολύ καλό compilation, επί τη ευκαιρία – ελάχιστα κομμάτια από τα 30 συνολικά δεν μου άρεσαν. +10 στο γνωστό DJ του Best Radio, έστω κι αν η συλλογή δεν παρεκκλίνει ιδιαίτερα από το στυλ που μας έχει συνηθίσει. Άντε να δούμε σε τί άλλο έχουμε να προσβλέπουμε από τα παιδιά του σταθμού φέτος… κάποιο άλλο χρώμα Butterflies από την Άννα Αναστασίου, ίσως…; 😉

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Απρίλιος 29, 2009

Hello world… Sort of.

So. This is the first blog entry I have ever posted from the iPhone… And it might be one of the very few I ever will, considering how slow and uncomfortable it is!

Greek characters will soon come and it’s always nice to have the option of blogging from absolutely anywhere… but I’d rather do it with my MSI Wind, thank you very much.

Older Posts »

Kατηγορίες