Αναρτήθηκε από: Farkonas | Δεκεμβρίου 14, 2008

2008: Διορθώσεις και προσθήκες…

…όπως τις λέμε στο χώρο του Web development, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι που έχει ήδη υλοποιηθεί, αλλά θα μπορούσε και καλύτερα (όπως κάθε τί σε αυτή τη χώρα με άλλα λόγια). Τίποτε το συνταρακτικό αυτό το post, με άλλα λόγια, αλλά μάλλον… σχόλιο στα σχόλια που έχουν γίνει σε άλλα posts αυτού του blog. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

1. Η nVidia κατάφερε επιτέλους, μετά από τέσσερα ή πέντε χρόνια (ποιός μετράει αν είναι πάνω από 12 μήνες…), να δώσει τη δυνατότητα με τους νέους της drivers σε όλους τους κατόχους σύγχρονων PC να έχουν ταυτόχρονα ΚΑΙ διάταξη SLI για επιδόσεις στα απαιτητικά 3D games, ΚΑΙ διάταξη dual monitor για σοβαρή δουλειά. Δεν χρειάζεται πλέον, με άλλα λόγια, αν θέλει κανείς και τα δύο μαζί, να “στριμώχνει” μία τρίτη κάρτα γραφικών ανάμεσα σε δύο άλλες (όπως είχα αναγκαστεί να κάνω εδώ και πολλούς μήνες), με κίνδυνο υπερθέρμανσης της κάρτας ήχου (τουλάχιστον στο motherboard με 680i που χρησιμοποιώ). Μετά από τη σχετική δοκιμή των drivers, παραδόξως δουλεύουν as advertised. Εύγε, εύγε nVidia. Ποιος ξέρει. Μέσα στο 2009 μπορεί να κάνεις και την υπέρβαση, επιτρέποντάς μας να παίζουμε ΜΕ διάταξη SLI και εκείνα τα games που αξιοποιούν ΔΥΟ monitor. Λέμε τώρα!

2008_corrections_art1
2. Η Sony κατάφερε επίσης, μετά από δύο και πλέον χρόνια, να απαλλαγεί από την εκνευριστική, αηδιαστικά υπεροπτική της εμμονή να αναγράφει την ονομασία του PlayStation ως PLAYSTATION, τουλάχιστον στους όρους του PlayStation Network και του PlayStation Store. Το ίδιο το PS3 συνεχίζει βέβαια να το αναγράφει ως PLAYSTATION3 (δεν μπαίνω καν στον κόπο να εισάγω το σύμβολο του copyright), πιθανώς γιατί είναι… ΜΕΓΑΛΟ προϊόν και δεν μπορεί να ανεχτεί τα πεζοκεφαλαία. Είναι όμως μια αρχή τα άλλα δύο. Ποιος ξέρει. Ίσως το 2009 μας επιφυλάσσει και σε αυτήν την περίπτωση υπερβάσεις. Λέμε τώρα!

3. Μετά τον… “ΟΚ ενθουσιασμό” του Soul Calibur IV – που είχε φροντίσει να εκνευρίσει τον γράφοντα και άλλους πριν την κυκλοφορία του με τους Yoda και Vader και τους πάντες μετά την κυκλοφορία του, με τις απαράδεκτες πρακτικές της Namco σχετικά με το DLC – και την ελαφρή απογοήτευση του Street Fighter II Turbo HDR, δηλώνω ευθαρσώς ότι εναποθέτω τις ελπίδες μου για πραγματικά hardcore BEU ενασχόληση στο Street Fighter IV πλέον. Εξ ου και το καινούργιο Gallery από 22 πλέον wallpaper με τους χαρακτήρες του, πάντοτε σε ανάλυση 2560×1600. Ακόμη ψάχνω σε super hi-res τον Ken και τον Ryu για να πάρουν τη θέση που δικαιούνται στο όλο set. Υποθέτω θα τους “πετύχω” πριν βρω τους δύο τελευταίους χαρακτήρες, την Cammy και τον Gen. Λέμε τώρα!

2008_corrections_art2

4. Από το Service Pack 1 του Μαρτίου και μετά, μαζί με τα hotfixes και τα patches που ακολούθησαν, τα Windows Vista 64-bit όλους αυτούς τους μήνες πρακτικά δεν δυσλειτούργησαν ούτε μία φορά. Συνεχίζουν να καταλαμβάνουν πρακτικά… όλα τα 4 GB που βρίσκουν στη διάθεσή τους κατά το boot, λόγω της περίφημης λειτουργίας SuperFetch, αλλά έκτοτε διάβασα αρκετές τεχνικές αναλύσεις που επιμένουν στο εξής: τα Vista παίρνουν την πρωτοβουλία και δεσμεύουν όλη αυτή τη μνήμη προκειμένου να επιταχύνουν τα προγράμματα που έχουν “πάρει μυρωδιά” ότι ο κάτοχος του συστήματος χρησιμοποιεί περισσότερο (κάτι σαν… pre-caching ένα πράγμα). Επιμένουν επίσης ότι τα Vista είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμα να απελευθερώσουν αυτή τη μνήμη σε πραγματικό χρόνο και χωρίς καμία διαμαρτυρία αμέσως μόλις χρειαστεί για κάτι άλλο, οπότε αρνητική επίπτωση στις επιδόσεις του συστήματος συνολικά δεν παρατηρείται (επιμένουν).

Αν κάτι τέτοιο ισχύει ή όχι εν τέλει πραγματικά δεν μπορώ να προσυπογράψω, ξέρω όμως ότι θα ήθελα να έχω την επιλογή της διαχείρισης με κάποιο τρόπο. Το γνωμικό των όσων επιμένουν, πάντως, το “memory just empty is memory wasted”, με την έννοια της non-cached ως μη αξιοποιημένης, ίσως έχει ένα νόημα. Λέμε τώρα!

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Οκτωβρίου 10, 2008

14 χρόνια Edge. Στα σκουπίδια.

Κατά τεκμήριο, ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει σε κανενός είδους “Θεό”, “ανώτερο ον”, “αυτό το κάτι το άγνωστο” κλπ. κλπ. είναι… μάλλον δύσκολο να αισθανθεί πως διαπράττει “ιεροσυλία”. Για την ακρίβεια, είναι πρακτικά αδύνατο. Δυσκολεύομαι όμως να σκεφτώ λέξη που να περιγράφει ακριβέστερα αυτό που αισθάνομαι ότι διέπραξα χθες. Αυτό που κατά βάση αισθανόμουν τόσο όταν συνειδητοποίησα πως πρέπει να το κάνω, όσο και την ώρα που το έκανα και, προφανώς, μετά. Απλώς ιεροσυλία.

Το άλλο που αισθάνομαι είναι… μοναξιά, καθώς πρέπει να είναι πέντε ή δέκα το πολύ οι άνθρωποι που ξέρω, οι οποίοι θα καταλάβαιναν γιατί ήταν ιεροσυλία αυτό που επέλεξα να κάνω. Λίγοι, πολύ λίγοι. Γεγονός που θα έπρεπε να κάνει τη… ντροπή περισσότερο υποφερτή, από μία οπτική γωνία, αλλά παραδόξως δεν βοηθά.


Για να το βάλω στη σειρά με λέξεις, λοιπόν. Χθες πέταξα στα σκουπίδια – τουλάχιστον τα προς ανακύκλωση – τη συλλογή μου με τα τεύχη του Edge. Πρόκειται για το κορυφαίο – ακόμη και σήμερα, παρά την ευρέως αποδεκτή αλλοτρίωσή του από το 2001 και μετά – περιοδικό για το gaming culture, σύμφωνα με τον δικό του αγαπημένο χαρακτηρισμό. Μία έκδοση που καλύπτει από το 1993 μέχρι σήμερα το χώρο της αλληλεπιδραστικής διασκέδασης με τρόπο ανατρεπτικό και παθιασμένο, συνάμα χειρουργικά ακριβή και φλεγματικά ψύχραιμο, όπως καμία άλλη πηγή πληροφόρησης δεν κάνει. Αυστηρό στα reviews του, καυστικό στο σχολιασμό του, πρωτότυπο στα αφιερώματά του και – κυρίως – μοναδικό στον τρόπο με τον οποίο επεδίωξε να εντάξει το gaming στην γενικότερη ψηφιακή κουλτούρα της δεκαετίας του 90, το Edge “έχτισε” ένα όνομα με “ειδικό βάρος” και απέκτησε την ιδιότητα του authority στο χώρο του.

Δεν είχα στην κατοχή μου όλα τα τεύχη του Edge. Το είχα “ανακαλύψει” το δεύτερο χρόνο της κυκλοφορίας του, όταν είδα για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1994 στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου (ναι, ένα υπήρχε τότε) το εξώφυλλο με την αποκάλυψη του αρχικού PlayStation. Το αγόρασα επιτόπου, παρ’ ότι είχα σταματήσει να αγοράζω περιοδικά τύπου π.χ. Computer and Video Games πάρα, μα πάρα πολύ καιρό πριν. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν και η σωστή: δεν ήταν ένα περιοδικό gaming για… “παιδιά”. Ήταν… “για μεγάλους”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: φροντισμένη, πλούσια γλώσσα έκφρασης, χιούμορ που “κλείνει το μάτι” και υποννοεί περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Και το λάτρεψα από το πρώτο εκείνο τεύχος.


Από τον Αύγουστο εκείνο του 1994 και έως τον Μάρτιο του 2007 έχασα μόνο τρία τεύχη. Και τα τρία εκείνα είχα φροντίσει, μερικούς μήνες αργότερα, να τα βρω από το back ordering της Future και να τα αγοράσω ξεχωριστά, μόνο και μόνο για να μην υπάρχει αυτό το κενό στη σειρά των ετών που συμπλήρωνα. Και τί δεν έχω να αναπολώ από την τόλμη του art director του συγκεκριμένου περιοδικού, που είχε την τάση να δοκιμάζει συχνά-πυκνά “περίεργα” εξώφυλλα και συσκευασίες, χαρακτηριστικές του όλου ύφους του Edge. Και τί δεν έχω να θυμάμαι από τους συγγραφείς των μόνιμων στηλών του, που είχαν κατά καιρούς γράψει απίθανα κομμάτια, που κάθε δημοσιογράφος του χώρου θα ζήλευε. Και τί δεν έχω να ανακαλώ από τα εκκεντρικά του αφιερώματα και τις πρωτότυπες προσεγγίσεις του στις τάσεις και τα τεκταινόμενα του gaming. Σε μια εποχή που σχεδόν όλος ο υπόλοιπος Τύπος για την ηλεκτρονική διασκέδαση στο εξωτερικό (στην Ελλάδα ούτε λόγος να γίνεται…) φαινόταν να καλύπτει αυτή τη μορφή ψυχαγωγίας ερασιτεχνικά, παιδιάστικα έως αδιάφορα, το Edge κινούνταν σε τελείως διαφορετικό επίπεδο. Τα… “ευαγγέλια” και οι “Βίβλοι” μακριά από μένα, αν όμως ένα περιοδικό διεκδικούσε ποτέ εννοιολογικά αντίστοιχο χαρακτηρισμό, θα ήταν αυτό.

Και χθες, μετά από μέρες σκέψης και… συζήτησης με τον εαυτό μου, πέταξα όλη μου τη συλλογή των Edge στα σκουπίδια. Δεν έχω πια χώρο γι’ αυτά στο σπίτι μου, όσο κι αν ήθελα να τα κρατήσω. Δεν έχω πια χρήση γι’ αυτά ως υλικό αναφοράς, γιατί η αγορά της οποίας άπτονταν αυτά τα περιοδικά αυτά έχει πια αλλάξει σε απίστευτο βαθμό. Δεν με ενδιέφερε να μπω στη διαδικασία “να τα βγάλω στο e-bay”, όσο κι αν αυτό ίσως είχε νόημα. Και δεν μπορώ να ελπίζω ότι η ύλη αυτών των περιοδικών θα δημοσιευθεί στο Δίκτυο κάποια στιγμή από την παρούσα online εκδοχή του Edge, η οποία έχει εντελώς διαφορετική συλλογιστική. Η απόφαση ήταν, λοιπόν, του… οριστικού και αμετάκλητου είδους, γι’ αυτό και τόσο οδυνηρή.


Ομολογώ ότι υπήρχε μία περίοδος που αισθανόμουν ότι το είχα “ξεπεράσει” το Edge, υπό την έννοια ότι κανένα από τα άρθρα του δεν με συνάρπαζε ή εξέπλησσε πια. Το Web είχε άμεση σχέση με το αίσθημα αυτό, φυσικά – όπως και το γεγονός ότι ένας δημοσιογράφος 35 χρόνων αναπόφευκτα κάποια στιγμή γίνεται κυνικός, κουράζεται από την υπεροπτική στάση μιας αυθεντίας και γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά. Τώρα, όμως, αισθάνομαι τύψεις που παρέδωσα το μελάνι τόσων χιλιάδων ωρών κόπου κάποιων ανθρώπων, στην πρέσσα της ανακύκλωσης. Δεκατέσσερα χρόνια εξέλιξης του gaming, πάνω από 150 τεύχη ιστορίας, είναι αυτή τη στιγμή πολτός που σε μερικούς μήνες μπορεί να φιλοξενήσει τις τελευταίες φωτογραφίες της Τζούλιας Αλεξανδράτου να τσιρίζει ημίγυμνη μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο. Ή κάτι ακόμη χειρότερο, ενδεχομένως.

Όπως είπα, ιεροσυλία. Εξ ου και οι τύψεις. Εξ ου και αυτό το post.

<E>1984-2007</E>

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 22, 2008

Malazan, Soul Calibur και άλλα… πάθη

Ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε εικοσιδύο. Εικοσιοκτώ βιβλία διάβασα μέσα στο 2007 και, χωρίς ίχνος υπερβολής, κανένα δεν μου προξένησε τη γκάμα των συναισθημάτων που βίωσα με το Reaper’s Gale του Steven Erikson. Ανυπόφορη, μαρτυρική ανυπομονησία πριν την κυκλοφορία του (κυριολεκτικά και καθόλου μεταφορικά μετρούσα τις μέρες). Δίψα ασίγαστη και περιφρόνηση για… όλα τα Γήινα και βαρετά καθώς το διάβαζα. Και μία πικρή απογοήτευση τελειώνοντας την ανάγνωση των 900 σελίδων, τόσο γιατί δεν ήταν αυτό που ήλπιζα, όσο και γιατί ήταν “ένα κλικ πιο κάτω” από κάθε άλλο βιβλίο της σειράς των The Malazan Book of the Fallen.

Από τα σύνεφα στα τάρταρα σε τέσσερις μέρες… και αυτόν τον καιρό βιώνω ακριβώς το ίδιο. Ανυπομονησία στα όρια του νευρωσισμού για την κυκλοφορία του Toll The Hounds, του επόμενου βιβλίου της σειράς, μετρώντας τις ημέρες μέχρι την 1η Ιουλίου. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λόγω της περσινής απογοήτευσης – που δεν άλλαξε σε μεγάλο βαθμό η δεύτερη ανάγνωση του Reaper’s Gale – υπάρχει πια και η μικρή φοβία ότι το όγδοο αυτό βιβλίο δεν θα θυμίζει τα απίστευτα πέντε πρώτα της σειράς, αλλά το έβδομο. Υπάρχει ωστόσο, και η ελπίδα ότι ο… κύκλος των συναισθημάτων που ανοίγει με τον ίδιο τρόπο, φέτος θα κλείσει αλλιώς.

Όποιος φίλος ή φίλη έχει ασχοληθεί με τα Malazan Books of the Fallen, γνωρίζει ήδη σε τί αναφέρομαι. Για κάθε άλλο ενδιαφερόμενο ή ενδιαφερόμενη, αξίζει μία μικρή “επί τροχάδην” αναφορά, για να τεθούν τα πράγματα σε κατανοητό πλαίσιο. Η σειρά αυτή των βιβλίων είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει αυτή τη στιγμή η λογοτεχνία του φανταστικού, bar none. Είναι ένα ασύλληπτα ευρύ, περίπλοκο, βαθύ, πολυδιάσταστο, συναρπαστικό έπος, το οποίο έχει απλώς αναπροσδιορίσει τί μπορεί να περιμένει κανείς από την κατηγορία του fantasy ή high fantasy σήμερα. Είναι, δε, τόσο εμπνευσμένη και σε πολλά στοιχεία της τόσο “μπροστά”, που – έρχεται, έρχεται η βλάσφημη δήλωση – το The Lord of the Rings φαντάζει μπροστά της… ρηχό. Ω, ναι.

Δεν έχει νόημα να αναλύσει κανείς σε δύο ή τρεις παραγράφους τα concept, τους χαρακτήρες, τις τοποθεσίες, τα σεναριακά νήματα και κάθε τί άλλο που καθιστά το έργο των Steven Erikson και Cameron Esslemont (συγγραφέων που έχουν δημιουργήσει τον κόσμο των Malazan από κοινού) απλώς μοναδικό. Θα έπρεπε να γραφεί βιβλίο για τα βιβλία. Αλλά ας το θέσουμε έτσι: το Reaper’s Gale το διάβασα την ίδια χρονιά που πέρασαν από τα χέρια μου αριστουργήματα όπως η τριλογία του Warrior Prophet του R.Scott Baker, τα Stardust και Anansi Boys του Neil Gaiman, το The God Delusion του Richard Dawkins… και πάλι, με το “ένα κλικ χαμηλότερα” δεδομένο, το Reaper’s Gale ξεχώρισε.

Για να θέσει, άλλωστε, σε ακόμη σαφέστερο πλαίσιο κανείς το επίπεδο των The Malazan Book of the Fallen, μπορεί να πει το εξής παράτολομο αλλά πέρα για πέρα αληθινό για το… “όχι και τόσο super” Reaper’s Gale: έκανε ακόμη και πραγματικά καλά βιβλία, που δεν περιφρονεί κανείς σε καμία περίπτωση, όπως τις δύο τριλογίες της Trudi Cavanan (τα Black Magician και The Age of Five), την τριλογία των His Dark Materials του Philip Pullman, τα Innocent Mage και Awakened Mage της Karen Miller, το End Game του Andy Secombe και τον τελευταίο Potter της Rowling, να μοιάζουν… μέτρια. Τόσο απλά.

Και τώρα… ταπ-ταπ-ταπ-ταπ. Τα δάχτυλα χτυπούν στο πληκτρολόγιο, για να μην χτυπούν χωρίς σκοπό στο γραφείο κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Όχι, αλήθεια.

Ευτυχώς, οι δύο συγγραφείς έχουν διαμορφώσει το έργο τους έτσι, ώστε να έχουμε να περιμένουμε κάτι είτε από τον ένα είτε από τον άλλο σε τακτά διαστήματα. Φέτος συνέπεσαν, βέβαια. Το The Return of the Crimson Guard του Esslemont δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου για να το αποκτήσω σε paperback, το αγόρασα λοιπόν στην hardcover, διπλή, πανάκριβη, numbered, συλλεκτική έκδοση που κυκλοφόρησε το Μάιο – και δεν το μετάνοιωσα στιγμή καθώς, αν και όχι κορυφαίο, ήταν ένα πάρα, πάρα πολύ καλό βιβλίο (και με θέμα το… αγαπημένο μου θέμα, πως θα μπορούσε να μην ήταν…;).

Και έτσι… φτάνουμε στην παρούσα κατάσταση της δυσβάσταχτης αναμονής. Είμαι ήδη στη δεύτερη ανάγνωσή του, έχοντας κάνει ένα διάλλειμα δέκα ημερών διαβάζοντας το προηγούμενο βιβλίο του Esslemont και επιλεγμένα chapters από τα τελευταία τέσσερα βιβλία του Erikson – για να “μείνω στο κλίμα” όσο το δυνατόν περισσότερο μέχρι να έλθει στα χέρια μου το Toll the Hounds, φυσικά. Έτσι είναι τα πραγματικά πάθη. Ή τα αφήνεις να σε παρασέρνουν εντελώς, είτε όχι!

Μεγάλο ενδιαφέρον, έχει, δε, πώς μπορεί να συνδυάσει κανείς τα πάθη του αν έχει διάθεση και χρόνο (ο δεύτερος είναι πάντα το πρόβλημα, λέμε τώρα). Για παράδειγμα. Πόσες φορές δεν έχω προσπαθήσει να φανταστώ πώς θα ήταν ένα fighting game α λα Soul Calibur με τους απίστευτους χαρακτήρες των The Malazan Book of the Fallen… Αμέτρητες, αμέτρητες φορές. Αυτό, φυσικά, δεν μπορώ να το έχω. Και δεν ξέρω αν θέλω κιόλας, με τα απαράδεκτα φάουλ που έχει κάνει η Namco τελευταία – θα προσέθετε στο σκηνικό των Malazan και τον David Copperfield σε ρόλο “μάγου”, τον Iron Man σε ρόλο σιδερόφρακτου ιππότη και τη Madonna ως unlockable χαρακτήρα με μεταλιζέ κολάν, έτσι, για “υψηλότερες πωλήσεις”…

Μπορώ όμως να κάνω κάτι άλλο. Κι ας απαιτεί πείσμα και χρόνο, έστω κι αν δεν είναι προφανώς το ίδιο με το να είχε αναπτυχθεί αυτόνομος τίτλος με τις “ευλογίες” των Erikson και Esslemont. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λειτουργία Create-Α-Soul του Soul Calibur IV για να δημιουργήσω μερικούς τουλάχιστον από τους αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες του κόσμου των βιβλίων. Κάποιοι από αυτούς διαμορφώνονται εύκολα κατά τα πρότυπα συνηθισμένων σε games πολεμιστών (ninja, samurai, barbarian, scout, assassin, soldier κλπ.) ενώ για κάποιους άλλους θα είναι κατά πολύ δυσκολότερο, αλλά η Namco έχει υποσχεθεί στο SCIV μεγαλύτερη ευελιξία και ποικιλία στις λειτουργίες του Create-A-Soul απ’ ότι στην αντίστοιχη επιλογή του SCIII.

Για πρώτη ίσως φορά, και λόγω high definition στα γραφικά και λόγω τοπικού αποθηκευτικού μέσου κλπ υπάρχει πλέον μεγάλη πιθανότητα να πλησιάσει κανείς πολύ κοντά στο πώς οι Erikson και Esslemont φαντάστηκαν τους χαρακτήρες αυτούς εξ αρχής. Τα σετ των κινήσεών τους βέβαια θα έχουν, αναγκαστικά, πολλές ομοιότητες, αλλά δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα (αν δεν έχει πρώτα πολλά, μα πάρα πολλά εκατομμύρια δολάρια για να “παραγγείλει” από τη Namco ένα fighting game όπως το θέλει).

Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, είναι το εξής: θα έχει προνοήσει η ιαπωνική εταιρεία ώστε να είναι εφικτό να στείλει κανείς αυτούς τους χαρακτήρες σε άλλους χρήστες, μέσω του PlayStation Network; Και θα είναι σε θέση κανείς να συλλάβει στιγμιότυπα ή και video μέσα από το Soul Calibur IV, όπως είχε υποσχεθεί η Sony μέσω των εργαλείων του YouTube; Αν η απάντηση και στα δύο είναι θετική… there goes this year’s holiday for me. Αφού είπαμε. Τα πάθη δεν είναι πάθη αν είναι… ελεγχόμενα! Σωστά;

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 14, 2008

…και, παρ’ όλα αυτά, wallpapers!

Ω, ναι. Καθώς τυγχάνει να ανήκω στο κοινό που αγάπησε το Soul Calibur επειδή είναι απλώς το συνολικά καλύτερο fighting game που υπάρχει… και επειδή τα πάθη αντιστέκονται πεισματικά στην απογοήτευση… αλλά και επειδή χρειαζόμουν μερικά καινούργια wallpapers που θα με βοηθήσουν να καμαρώσω όχι μόνο το νέο monitor των 30 ιντσών, αλλά και το multi-monitor setup που απολαμβάνω αυτόν τον καιρό… ένα τεμπέλικο Κυριακάτικο πρωϊνό σπαταλήθηκε στην δημιουργία wallpapers. Ναι, με θέμα το Soul Calibur IV. Και ναι, δεν ήταν μόνο το τεμπέλικο πρωϊνό, αλλά και μερικές κλεμμένες ώρες σε σκόρπια απογεύματα της εβδομάδας – αλλά… έχω την αίσθηση ότι άξιζαν τον κόπο, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Εβδομήντα. Εβδομήντα διαφορετικά wallpapers με θέμα χαρακτήρες και περιβάλλοντα μάχης από τη σειρά των Soul Calibur, σε διάσταση 2560×1600 pixels. Δέκα διαφορετικοί χαρακτήρες σε επτά διαφορετικά backgrounds, σε φορμά PNG (καμία συμπίεση δηλαδή), στην υψηλότερη δυνατή ανάλυση που μπορεί να ζητήσει κανείς από μεμονωμένη desktop οθόνη σήμερα. Τα wallpapers τα έχω καταχωρήσει στο Flickr – χρειάστηκε να αγοράσω Pro account για να μην τα κάνει η υπηρεσία resize σε πολύ χαμηλότερο μέγεθος, αλλά έπρεπε ούτως ή άλλως κάποια στιγμή, οπότε…! Τα έχω διαχωρίσει σε 7 διαφορετικά album, τα οποία βρίσκονται εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και… μαντέψτε… ναι. Εδώ.

Απ’ όσο γνωρίζω (και για ευνόητους λόγους “το είχα ψάξει” πολύ), πουθενά σε ολόκληρο το Internet δεν μπορεί να βρει κανείς wallpaper αυτού του μεγέθους για το SCIV, πόσο μάλλον 70 διαφορετικά. Θα ήθελα πολύ να υποσχεθώ ότι θα βρω χρόνο να τα τροποποιήσω και για οθόνες 24, 22 και 20 ιντσών (αναλύσεις 1920×1200 και 1680×1050 δηλαδή), αλλά ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το κάνω σύντομα, οπότε… no promises καλύτερα. Αυτό που μπορώ να υποσχεθώ είναι περισσότερα wallpapers σε 2560×1600 με περισσότερους χαρακτήρες στα ίδια backgrounds, καθώς και μερικά multi-monitor wallpapers (αφού ήδη έχω ξεκινήσει να συνθέτω μερικά τέτοια για το παρόν setup μου).

Και ένα μικρό… hint για να χαρούν αυτά τα wallpapers περισσότερο όσοι φίλοι και φίλες τα χρησιμοποιήσουν: επειδή τα wallpapers έχουν δημιουργηθεί με μία σχετική ομοιομορφία (για λόγους χρόνου προφανώς), προσφέρονται για τυχαία εναλλαγή. Με τη βοήθεια δηλαδή κάποιου σχετικού utility μπορεί κανείς να ορίσει είτε να εμφανίζεται διαφορετικό wallpaper κάθε φορά που εισέρχεται στα Windows είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα να αλλάζει το wallpaper αυτόματα στο ίδιο session – κάθε boot ή κάθε δίωρο και μία… μικρή έκπληξη, τρόπον τινά!

Υπάρχουν δεκάδες διαφορετικά προγραμματάκια γι’ αυτή τη δουλειά, μετά από σχετική αναζήτηση όμως κατέληξα σε δύο: τον Automatic Wallpaper Changer και το DisplayFusion. Το πρώτο είναι δωρεάν, γρήγορο, δεν καταναλώνει πόρους και κάνει αυτό ακριβώς που υπόσχεται, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Το δεύτερο υποστηρίζει πολλά monitor ταυτόχρονα, μπορεί να αντλήσει wallpapers απευθείας από το Flickr και προσφέρει πολλές περισσότερο εξειδικευμένες επιλογές. Η δωρεάν έκδοσή του κάνει τα απαραίτητα, η εμπορική (πολύ προσιτή) κάνει πρακτικά τα πάντα. Καλή διασκέδαση!

Y.Γ. Νο 1. Και επειδή τα υστερόγραφα συχνά-πυκνά είναι τα πιο ενδιαφέροντα, εδώ βρίσκονται και 14 wallpapers με θέμα τους χαρακτήρες του… Street Fighter IV! Αφού η Namco με πίκρανε με τα καμώματά της όσον αφορά στο Soul Calibur IV, και η ανυπομονησία μου για το SFIV είναι ούτως ή άλλως πολύ μεγάλη, έφτιαξα και για τον τίτλο της Capcom αντίστοιχα wallpapers, ανάλυσης 2560×1600, με θέμα τους χαρακτήρες του ιστορικού BEU. Το υπέροχο art style που έχει χρησιμοποιηθεί από την ιαπωνική εταιρεία ομολογουμένως βοήθησε πάρα πολύ στο εξαιρετικά καλαίσθητο τελικό αποτέλεσμα. Από το roster των χαρακτήρων που έχουν επιβεβαιωθεί για την arcade έκδοση λείπουν μόνο οι Ryu, Ken και Seth, καθώς δεν μπόρεσα να βρω πουθενά στο Δίκτυο πραγματικά υψηλής ανάλυσης σχετικό artwork. Αν έχει συναντήσει κανείς κάτι τέτοιο, ευπρόσδεκτο! ;-)

Υ.Γ. Νο 2. Σε οποιονδήποτε φίλο ή φίλη σκέφτεται να δώσει χρήματα σε υπηρεσία photo hosting, χρήσιμη προειδοποίηση: μην επιλέξει την Webshots.com. Είναι ΟΚ επιλογή γιατί προσφέρει δωρεάν φιλοξενία φωτογραφιών (την είχα χρησιμοποιήσει κι εγώ στο παρελθόν άλλωστε), αλλά μόνο για αρχεία διαστάσεων μέχρι π.χ 2400×2000 pixels. Ακόμη κι αν πληρώσει κανείς για full account, όπως έκανα εγώ, η Webshots θα μικρύνει τα γραφικά στα… 2400 pixel μήκος ΚΑΙ θα τις συμπιέσει κατά JPEG. Απαράδεκτο, αν σκεφτεί κανείς ότι η υπηρεσία ζητά 30 ευρώ το χρόνο για το full account, τη στιγμή που με 50 αγοράζει κανείς 2 έτη στο Flickr. Για δωρεάν και μικρές σχετικά φωτογραφίες, ΟΚ. Ειδάλλως… μακριά.

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 14, 2008

Ο Indiana Jones, η Xena κι η Καλομοίρα στο Soul Calibur.

Όταν μία εταιρεία κατορθώνει να φτάσει οποιονδήποτε άνθρωπο στο σημείο να νοιώσει καλά για τον εαυτό του απλώς και μόνο… επειδή απαξιεί πια να εκνευριστεί με τα καμώματά της, κάτι πάει στραβά. Αλλά αυτό ακριβώς έχει καταφέρει η Namco – υποψιάζομαι όχι μόνο με μένα αλλά με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άλλους gamers που την στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια – με τον τρόπο που επέλεξε εν τέλει να προωθήσει το Soul Calibur IV.

Πρώτα χρειάστηκε να αποδεχθούμε ότι δύο εντελώς ασύμβατοι με τον κόσμο του Soul Edge και του Soul Calibur χαρακτήρες, ο Yoda και ο Darth Vader, θα συμπεριλαμβάνονται στο roster της νέας έκδοσης για PS3 και Xbox 360. Σημειωτέον ότι κάθε ένας θα εμφανιστεί σε μία μόνο εκ των δύο εκδόσεων, ώστε… χμ… να νοιώσουμε υποχρεωμένοι να αγοράσουμε και τις δύο ίσως; Cute, Namco, very cute. Σαν να μην είναι πιθανότερο ούτως ή άλλως να διαθέσεις μετά από λίγο καιρό τον Vader και τον Yoda “στο άλλο” φορμά μέσω Xbox Live και PlayStation Store… λέμε τώρα.

Είχαμε και… συνέχεια, όμως. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι και οι δύο εκδόσεις θα έχουν στο roster τους και τρίτο χαρακτήρα από τον κόσμο των Star Wars, αυτόν που θα πρωταγωνιστεί στο The Force Unleashed της Lucas Arts το φθινόπωρο και θα είναι υποτίθεται ο άγνωστος μαθητευόμενος του Darth Vader. Φυσικά και αυτός ο χαρακτήρας, ονόματι Starkiller, δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση των SC… αλλά τί σημασία έχει; Άλλο ένα εργαλείο marketing, για την προώθηση του The Force Unleashed αυτή τη φορά.

Αλλά το… “τελειωτικό χτύπημα” δεν ήταν άλλο από τα εξώφυλλα. Ναι, τα εξώφυλλα. Αυτά που θα κοσμούν την έκδοση του PS3 και του Xbox 360, στα οποία πρωταγωνιστούν οι Vader/Mitsurugi και Yoda/Ivy αντίστοιχα. Ναι, αυτοί και μόνο, από όλους τους άλλους (σημαντικότερους στην υπόθεση και την γενικότερη πορεία του SC). Και… απλώς συνοδευτικά… το λογότυπο του SCIV από πάνω τους. Έτσι, στο by the way, για να μην ξεγελαστεί κανείς και νομίσει ότι… η Lucas Arts κυκλοφόρησε beat’ em up με χαρακτήρες των Star Wars.

Τα εξώφυλλα για την ώρα είναι της ιαπωνικής έκδοσης και μια αμυδρή ελπίδα υπάρχει ότι δεν θα αναγκαστώ να φιλοξενήσω αυτές τις προσβλητικές συσκευασίες στη βιβλιοθήκη μου… αλλά αμυδρή. Εδώ στην Ιαπωνία το έκαναν, δεν θα το κάνουν στην Αμερική που είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα Star Wars fanboys;

Μετά από όλα αυτά, πραγματικά δεν ξέρω τί με ενοχλεί περισσότερο. Το γεγονός ότι η Namco με έχει θεωρήσει εμένα, και πολλές χιλιάδες άλλους φίλους της σειράς των Soul Calibur (και του αρχικού Soul Edge στο PlayStation) εντελώς… δεδομένους, ότι “μας έχει” δηλαδή, ότι πιστεύει πως θα αγοράσουμε το SCIV όσο κι αν το “βιάσει” σαν προϊόν; Ή το γεγονός ότι, κατά βάση, έχει δίκιο; Το δεύτερο ίσως με ενοχλεί περισσότερο, δεν αλλάζει ωστόσο σε κανέναν βαθμό το μέγεθος του φάουλ που έχει γίνει εδώ. Τίποτε δεν είναι πια το ίδιο στα μάτια μου όσον αφορά τη Namco. Και στα παλαιότερα των υποδημάτων μου η περίφημη ιαπωνική “τιμή”, που μάλλον μόνο όταν τους συμφέρει τους σχιστομάτηδες τη θυμούνται.

Επίσης, έχω προτάσεις. Μία για τη Namco και μία για τους εξοργισμένους, πικραμένους fans όπως εμένα, που δεν έχουν “σηκώσει τα χέρια ψηλά” και θα ήθελαν να κάνουν κάτι για την κατάσταση αυτή. Πρόταση πρώτη. Μαμά Namco, ο Indiana Jones είναι επίσης της Lucas, εμφανίστηκε πρόσφατα και σε νέα ταινία (μετριότατη, αλλά τί σημασία έχει…) και συνήθως χρησιμοποιεί λάσο και πιστόλι. Μια χαρά για unlockable χαρακτήρας από την Ivy ή τον Cervantes. Επίσης, η Xena ταιριάζει απόλυτα με το όλο μεσαιωνικό… ε…. αρχαίο ελληνικό… ε… απροσδιορίστου ιστορικής περιόδου σκηνικό, ενώ το όπλο της πολύ πιο πιστευτό είναι από άλλων χαρακτήρων. Επίσης, έχουμε ένα γλυκούλι κοριτσάκι εδώ στα μέρη μας, ονόματι Καλομοίρα, η οποία πρόσφατα “πήρε χάλκινο” σε ένα μικρό event για φίλους, ονόματι Eurovision. Λοιπόν, της βάζετε ένα μίνι ελάχιστα κάτω από τον αφαλό, της δίνετε να κραδαίνει ένα μικρόφωνο στο ένα χέρι και ένα cheeseburger των Goody’s στο άλλο και… τσουπ. Ορίστε ο unlockable χαρακτήρας του Rafael, που του αρέσουν και τα… “τραγανούλια”.

Όσον αφορά στη δεύτερη πρόταση, για όσους αγαπούν πραγματικά τα SC και έχουν χρόνο στα χέρια τους. Αντί να κάθεστε με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια και να κοιτάτε θλιμμένοι το πάτωμα, σκεπτόμενοι “What the fuck is Yoda doing in my Soul Calibur”, αντεπιτεθείτε. Ξεκινήστε από αύριο τα e-mail, καθημερινά και πολλές φορές την ημέρα, στην Lucas Arts ζητώντας (όχι, απαιτώντας) να συμπεριλάβει τον Mitsurugi, την Taki και την Ivy στο The Force Unleashed. Τί; Πώς ταιριάζουν κάτι samurai, κάτι ninja και μία αλχημίστρια με συμβόλαιο στο Hustler, με τη Γαλαξιακή Αυτοκρατορία; Μα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ταιριάζει και ένας “καλός” Jedi ή ένας “κακός” Jedi με το ναό του Ηφαίστου ή μια κινέζικη παγόδα. Εύκολα.

Ναι, η αλήθεια είναι πως η κίνηση δεν βοηθά και πολύ, αφού η ατίμωση του SCIV ήταν το θέμα να αποφευχθεί, όχι η σπίλωση άλλων τίτλων στο βωμό του marketing. Αν μη τί άλλο, όμως, μετά θα μπορείτε να κάθεστε και πάλι θλιμμένοι να κοιτάτε το πάτωμα, αλλά αυτή τη φορά παρέα με εκείνον τον ξάδελφο, τον αμετανόητο θαυμαστή του Lucas, που θα σιγομουρμουρίζει δίπλα σας “What the fuck is a Jena Jameson wannabe doing in my Star Wars game?”. Το σύμπαν, παρά την εντροπία, εν τέλει διατηρεί τις ισορροπίες του, σωστά; Ε, βοηθήστε το.

Υ.Γ. Α, και… για να μην αφήσω κανένα πράγμα που με ενοχλεί με το SCIV, ανομολόγητο… Λοιπόν, το χέρι από τη ρίζα να μου κοπεί, αν γράψω ποτέ και πουθενά το όνομα του αγαπημένου μου fighting game όπως θέλει η αναθεματισμένη Ubisoft, επειδή είναι hip να φτιάχνουμε ονόματα που δεν σημαίνουν τίποτε και να υπονοούμε με κάποιο τρόπο ότι γι’ αυτό είναι cool. Άκου… σόουλκάλιμπουρ, μία λέξη! Λες και το Soul Edge και το Soul Calibur, τα δύο ξέχωρα και αντίπαλα σπαθιά, δεν υπήρξαν ποτέ. Motherfucking marketing bozzos…

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 12, 2008

SLI και Dual Monitor; Μαζί; Βεβαίως.

Ως συνέχεια στο προηγούμενο post, καθώς έχει άμεση σχέση με αυτό, θεώρησα ότι έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί – ώστε να το γνωρίζει οποιοσδήποτε φίλος ή φίλη σκοπεύει να επενδύσει κάποια στιγμή σε αντίστοιχο setup – και το τί πρέπει να γίνει ώστε να έχει κανείς στη διάθεσή του την ισχύ δύο καρτών σε SLI στο ένα monitor, το μεγαλύτερο, αλλά και την δεύτερη οθόνη διαθέσιμη για λειτουργία στα Windows. Το θέμα προέκυψε, φυσικά, γιατί μπορεί να απέκτησα τη Samsung 305T, αλλά η Dell 2407 αποδείχθηκε πολύ καλή αυτόν τον ενάμισι χρόνο που την χρησιμοποιώ, οι τιμές των 24 ιντσών έχουν πια μειωθεί στα 500 ή 600 ευρώ (οπότε δεν έχει ιδιαίτερο νόημα η πώλησή της, αν σκεφτεί κανείς ότι το Δεκέμβρη του ’06 αγοράστηκε για 1500) και ήθελα να την αξιοποιήσω με κάποιο τρόπο. Εξ ου και το dual monitor setup, αλλά και η ανάγκη για ισχύ στα 3D games, όπου σε 2560×1600 απλώς δεν υπάρχει περίπτωση να παίξει κανείς κάτι πρόσφατο χωρίς SLI.

Πρόβλημα, λοιπόν, γιατί ως γνωστόν μέχρι σήμερα οι drivers της nVidia όχι μόνο δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε SLI σε δύο monitor, αλλά δεν μπορούν και να προβάλλουν games σε SLI σε ένα monitor, με δεύτερο συνδεδεμένο πάνω τους απλώς ως επέκταση του desktop: αν συνδέσει κανείς το δεύτερο σε οποιαδήποτε από τις 2 κάρτες, αναγνωρίζεται μεν η δεύτερη οθόνη αλλά απενεργοποιείται μόνιμα το SLI. Πρόκειται για παράπονο πολλών εκατοντάδων χιλιάδων χρηστών PC όλα αυτά τα χρόνια, που πολλοί ήλπιζαν ότι η nVidia θα λύσει ανασχεδιάζοντας ουσιαστικά το λογισμικό της για το νέο driver model των Windows Vista, αλλά… φρούδες ελπίδες. Εξ ου και το πρόβλημα.

H λύση είναι περίπλοκη και επήλθε τόσο μέσα από αναζήτηση σε forums, όσο και από πειραματισμό. Με λίγα λόγια, χρειάζονται τρεις κάρτες γραφικών: οι δύο σε SLI στις PCI-X 16x (στην περίπτωση τη δική μου οι δύο 8800 Ultra) και μία ακόμη στην PCI-X 1x (πάντοτε σε motherboard 680, 780 ή 790 της nVidia εννοείται). Ενδείκνυται έως… πρέπει, όμως, η τρίτη κάρτα να ανήκει στην ίδια “σειρά” καρτών γραφικών, στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή έπρεπε να είναι 8xxx και όχι κάτι άλλο (έχει να κάνει με τους drivers πιθανώς). Επέλεξα την 8500GT γιατί και οικονομική είναι (ας μην ξεχνάμε, απλώς για 2D display θα χρησιμοποιούνταν) και δεν χρειάζεται extra τροφοδοσία.

Το ενδιαφέρον έγκειται στο τί πρέπει να κάνει από κει και πέρα κανείς. Έχουμε και λέμε: τοποθετούμε στη θέση τους κανονικά τις δύο Ultra. Ενεργοποιούμε το SLI. Κάνουμε ένα πρώτο benchmarking με το 3DMark (το γιατί αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας, επεξηγείται στη συνέχεια), με το γραφικό μετρητή στα αριστερά ενεργοποιημένο ώστε να είμαστε βέβαιοι για τα αποτελέσματα. Αποθηκεύουμε το σκορ. Shut down στο PC, τοποθετούμε στη θέση της την 8500GT. Τα Windows την αναγνωρίζουν κανονικά, συνδέουμε το δεύτερο monitor, κάνουμε reboot. Οι drivers της nVidia προφανώς απενεργοποιούν το SLI, το dual monitor setup όμως δουλεύει κανονικά. Απενεργοποιούμε (όχι διαγράφουμε) από τον Device Manager την 8500GT, δεύτερο reboot. Η δεύτερη οθόνη δεν προβάλλει πια, αλλά τα Windows παρακινούν ενεργοποίηση του SLI. Το κάνουμε και ακολουθεί το τρίτο και τελευταίο reboot – απαραίτητο γιατί, την τέταρτη φορά που τα Windows ολοκληρώνουν την εκκίνηση, ενεργοποιούμε από τον Device Manager την 8500GT και έχουμε ξανά λειτουργικό το dual monitor setup.

Και… το SLI; Εκεί βρίσκεται το αστείο, παράξενο ή όπως αλλιώς θέλει να το πει κανείς: το SLI των Ultra συνεχίζει να δουλεύει! Το Control Panel της nVidia ΔΕΝ εμφανίζει ενεργοποιημένη την επιλογή, αν όμως κάνουμε ένα δεύτερο benchmarking με το 3D Mark, το σκορ που θα προκύψει είναι το ίδιο, πράγμα που σημαίνει ότι οι δύο Ultra συνεργάζονται κανονικά. Και, έχοντας ορίσει το Samsung 30T ως primary monitor από τα Display Properties, τα games δεν έχουν καμία “απορία” για το ποιά οθόνη θα χρησιμοποιήσουν σε SLI.

The best of both worlds, λοιπόν, όπως λένε και οι Αγγλοσάξονες. Ένα desktop μεγέθους 2560×1600 + 1920×1200 pixels, αλλά και SLI στην κύρια οθόνη. Έχοντας, δε, στη διάθεσή μου και ένα παλαιότερο monitor της Sony, 19 ιντσών και ανάλυσης 1280×1024 (το είχα αγοράσει μαζί με το Vaio A297XP το Γενάρη του 2004 γιατί μου άρεσαν πάρα πολύ τότε τα χρώματα που απέδιδαν και τα δύο), είπα να… πιέσω την τύχη μου λίγο περισσότερο και να το συνδέσω στη θύρα VGA της 8500GT. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες (σε πλήρη ανάλυση εδώ). Καταλαμβάνει υπερβολικά πολύ χώρο ακόμη και σε ευμεγέθες γραφείο, φυσικά, οπότε δεν έχει ιδιαίτερο νόημα – και πόση πληροφορία πιά να χρειάζεται κανείς μπροστά του…;

Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι το κράτησα έτσι, για μερικές ώρες, ώστε να καμαρώσω πόσο μεγαλύτερο είναι το Samsung σε σχέση με το Sony, παρ’ ότι το δεύτερο έχει πολύ μεγαλύτερο πλαστικό πλαίσιο γύρω από την ενεργή του οθόνη (σε pixels, το Samsung έχει… τετραπλάσια έκταση). Και για να φανταστώ, έστω και για λίγο, πώς θα αισθάνονται ο Hugh Jackman στο ρόλο του hacker στο Swordfish ή ο… Tank, ο operator του The Matrix, όταν πρέπει να ελέγχουν data από περισσότερες των δύο οθόνες ταυτόχρονα. Μετά από λίγο, το αποσύνδεσα και… επέστρεψα σε περισσότερο “πεζά” πράγματα. Όπως τη δουλειά. Oh, well…

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Ιουνίου 12, 2008

Ω, ναι. Έχουν σημασία οι… ίντσες!

Τυγχάνει να είμαι αρκετά χαρούμενος για να κάνω μία ανακοίνωση προσωπικής φύσης μεν (δεν συνηθίζεται), τεχνολογικού χαρακτήρα δε (για να δικαιολογείται με κάποιο τρόπο τουλάχιστον!). Έλαβα πριν από κάποιες μέρες, για την ονομαστική μου γιορτή, το καλύτερο δώρο που πιθανώς θα μπορούσε να μου κάνει οποιοσδήποτε (σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ αγαπημένη μου…!!), κάτι το οποίο ήθελα να αποκτήσω εδώ και πάρα, πάρα πολύ καιρό. Πρόκειται για μία οθόνη 30 ιντσών και ανάλυσης 2560×1600, την Samsung 305T, η οποία αξιοποιεί panel τεχνολογίας IS-PVA (με όλα όσα αυτό συνεπάγεται) και είχε αποσπάσει εξαιρετικά ευνοϊκές κριτικές το 2007.

Σε αυτές τις λίγες παραγράφους νόημα ιδιαίτερο δεν έχει να γράψω… review για την 350T, αφού ούτε ακριβώς νέο monitor είναι (κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τον περασμένο Οκτώβρη) ούτε κάτι εξωπραγματικά διαφορετικό ή πρωτότυπο σε σχέση με άλλες προτάσεις των Eizo, Dell, Apple κλπ. έχει να προσφέρει. Για την ακρίβεια, χαρακτηρίζεται και από μία αδυναμία: αυτήν της παντελούς έλλειψης ρυθμιστικών, πλην της φωτεινότητας, στο ίδιο το panel, γεγονός που υποχρεώνει τον χρήστη της να κάνει όλες τις ρυθμίσεις μέσα από τους drivers των Windows. Άλλες αδυναμίες (π.χ. την έλλειψη HDMI ή άλλων εισόδων) δεν αξίζουν αναφοράς, αφού γνώριζα εξ αρχής ότι μόνο με PC θα συνδεθεί το συγκεκριμένο monitor.

Σε ανάλυση 1920×1200 εργάζομαι από το Γενάρη του 2004, όταν είχα επενδύσει στο κορυφαίο τότε Vaio 297XP. Η ανάλυση αυτή σε διαγώνιο 17 ιντσών παραμένει εντυπωσιακή και πάρα πολύ χρήσιμη, δύσκολα όμως μπορεί να εργαστεί κανείς σε Photoshop με laptop για πολλές ώρες (και για gaming προφανώς ούτε λόγος να γίνεται). Το Δεκέμβρη του 2006, έχοντας στη διάθεσή μου και PC αρκετά ισχυρό ώστε να μπορώ να παίξω PC games στη “σωστή” ανάλυση ενός αντίστοιχου monitor, επένδυσα σε μία Dell 2407: και αυτή στα 1920×1200 αλλά στις 24 ίντσες, ήταν σημαντικό άλμα σε σχέση με το monitor της LG των 20 ιντσών και των 1680×1050 pixel. Έλα όμως που είχα δει από κοντά κάποιο καιρό πριν τις Apple Cinema Display των 30 ιντσών…! Εξ ου και το… “απωθημένο”, εξ ου και το super δώρο, όπως φαίνεται στη φωτογραφία (σε κανονική ανάλυση βρίσκεται εδώ).

Αυτό που περίμενα, είναι στις 30 ίντσες τα games να είναι εντυπωσιακά. Και είναι (μερικά screenshots βρίσκονται εδώ). Τα Tomb Raider Anniversary, Unreal Tournament III και Assassin’s Creed είναι πραγματικά “τηλεοπτικά” σε αυτή τη διαγώνιο και αυτήν την ανάλυση (το Crysis δεν μπήκα καν στον κόπο να το εγκαταστήσω, αφού κατά βάση δεν υπάρχει ακόμη… “γήινο” PC που να μπορεί να το προβάλλει σε 2560×1600 με ομαλό frame rate). Όλα όσα είχα ακούσει πριν αποκτήσω τη Samsung, ότι δηλαδή “30 ίντσες είναι πολλές να βλέπεις από τα 60 εκατοστά” και ότι “απλώς χάνει το σημείο του focus του κανείς σε τόσο μεγάλη επιφάνεια” είναι απλώς… πώς να το θέσω… ανεδαφικά μετά από λίγες μέρες. Το βλέμμα μαθαίνει και προσαρμόζεται – και μετά από λίγο, με τo panel να καλύπτει όλο το οπτικό πεδίο του παίκτη, απορεί κανείς πώς… δεν τον ενοχλούσε να βλέπει και τοίχο πέραν της εικόνας στην οθόνη! Sad but true.

Αλλά περισσότερη εντύπωση μου έκανε κάτι άλλο. Δεν ήταν ούτε το πόσο μικρά είναι τα γράμματα (διορθώνεται), ούτε πόσο μικρά φαίνονται τα video στο YouTube (συνηθίζεται), ούτε πόσος ωφέλιμος χώρος προκύπτει στο περιβάλλον του Photoshop (για λεπτομερειακή δουλειά το zoom-in/zoom-out δεν αποφεύγεται με τίποτε). Ήταν το πόση πληροφορία μπορεί να έχει κανείς μπροστά του, με μία μόνο ματιά, αν ξέρει πώς να αξιοποιήσει αυτήν την ανάλυση.

Για παράδειγμα, χρησιμοποιώ εδώ και ένα χρόνο σε καθημερινή βάση το Netvibes (είχα πειραματιστεί και παλιότερα με αυτό, αλλά εδώ και 12-14 μήνες το αξιοποιώ πραγματικά, γιατί τότε προέκυψε λόγος να το παραμετροποιήσω εκτενώς). Είναι μία από τις πολλές “start page” υπηρεσίες (το πιθανότερο η καλύτερη) που, ανάμεσα στα άλλα, προσφέρει τη δυνατότητα συγκέντρωσης RSS Feeds σε tabs και κατηγοριοποίησή τους (και των feeds και των tabs). E, αυτό ήταν που μου έκανε περισσότερη εντύπωση απ’ όλα: το πόση πληροφορία μπορώ να έχω μπροστά μου, με μία ματιά, σε ένα monitor 30 ιντσών (παραδείγματα εδώ κι εδώ). Και πόσο χρόνο εξοικονομώ έχοντας “τρία κλικ μακριά” σχεδόν 70 πηγές πληροφόρησης που έχω επιλέξει και παρακολουθώ. Όχι μία-μία, αλλά… όλες μαζί!

Για να αντιληφθεί κανείς πόσο σημαντικό είναι για έναν δημοσιογράφο πληροφορικής κάτι τέτοιο, δεν έχει παρά να λάβει “στα υπόψιν” το εξής: για να δω το ίδιο πλήθος πληροφορίας πριν από π.χ. 3 χρόνια, με DSL στα 384 Kbps και monitor στα 1280×1024, έπρεπε να κάνω “το γύρο του Web” κάθε πρωί. Διαδικασία δύο ωρών τουλάχιστον, αν ήθελα να δω ένα-ένα όλα τα μεγάλα sites τεχνολογίας, gaming, τηλεπικοινωνιών και home entertainment, ώστε να έχω μία αίσθηση του τί νέο έχει προκύψει στις αγορές αυτές. Ακόμη και με direct links πάνω στον browser και ένα “Open all in Tabs”, χρειαζόταν σίγουρα πάνω από μία ώρα για να δω μόνο τους “τίτλους ειδήσεων” – και εννοείται πως ποτέ δεν μπορεί κανείς να δει μόνο αυτά τα sites, αλλά και κάποια “δευτερεύοντα”.

Σήμερα, με την ανάλυση του panel ρυθμισμένη στα 2560×1600, μια σειρά από επιλεγμένα, προρυθμισμένα RSS και το παράθυρο του Netvibes μεγιστοποιημένο, η ίδια διαδικασία απαιτεί – κυριολεκτικά – 90 δευτερόλεπτα. Τα χρονομέτρησα. Τόσα χρειάζεται για να “σαρώσει” το βλέμμα τα περίπου 70 feeds που “παρακολουθεί” το Netvibes σε τέσσερα κύρια tabs που έχω ρυθμίσει (Technology, Gaming, Internet, Home Cinema), με τη βοήθεια μιας DSL ταχύτητας 8 Mbps ή ανώτερη. Ενάμισι λεπτό, για κάτι που πριν από τρία χρόνια θα χρειαζόταν δύο ώρες και πριν από 5 χρόνια (με ISDN) ένα ολόκληρο πρωί. Τόσο απλά. Την επόμενη φορά που κάποιος γνωστός ή φίλος σας θα ισχυριστεί ότι “οι υπερβολές στο hardware και το bandwidth δεν είναι χρήσιμες σε κανέναν”, θυμηθείτε αυτό το, ουσιαστικά απλό, σενάριο. Αξίζει τον κόπο.

Μία άλλη διαπίστωση βέβαια στην οποία φθάνει πολύ γρήγορα με αυτόν τον τρόπο κανείς, αφορά στο γεγονός ότι το 80% των Web sites σήμερα είτε αναπαράγουν επακριβώς τα ίδια θέματα (με πανελάχιστες διαφορές στους τίτλους) είτε “αναμασούν” απροκάλυπτα τα θέματα που κάλυψαν άλλα sites. Γνωστό κι αυτό, βέβαια, αλλά όχι λιγότερο λυπηρό. Και με τόσους τίτλους άρθρων μπροστά στα μάτια του κανείς, δεν έχει πια την αποστολή να βρει τα “ενδιαφέροντα θέματα”, αλλά να ξεχωρίσει ποιά είναι τα διαφορετικά που αξίζουν ανάγνωσης. Κάτι που με τη σειρά του αναδεικνύει μέσα σε μερικές ημέρες όχι μόνο τις πιο ενδιαφέρουσες πηγές περιεχομένου εν γένει, αλλά και τις καλύτερες στην κάλυψη των βασικών θεμάτων που θα καλύψουν, ούτως ή άλλως, όλες. Γιατί θέλει κανείς να διαβάσει μία φορά, και όχι δέκα, την ίδια είδηση για να αποκτήσει άποψη, σωστά;

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαΐου 2, 2008

Σκανδαλολαγνεία, επεισόδιο IV

Είναι τόσο λυπηρό, τόσο γελοίο, που προς στιγμή η απέχθεια υπερνικά την οργή και είναι πολύ εύκολο να σκεφτεί κανείς το προφανές (“δεν αξίζει τον κόπο”) και να αφήσει το θέμα εκεί. Πραγματικά. Δεν είναι ούτε το πρώτο φαινόμενο του είδους, ούτε το τελευταίο – και όσο τα video games θα καταλαμβάνουν περισσότερο “ζωτικό χώρο” στην καθημερινή ζωή της Δυτικής κοινωνίας, το μόνο βέβαιο είναι ότι θα έλθουμε αντιμέτωποι με περισσότερα. Από την άλλη πλευρά, αν κανείς δεν αντιδρά σε τέτοιου είδους φαινόμενα, πόσο ευκολότερο θα είναι να συμβεί κάτι παρόμοιο ή χειρότερο στο μέλλον; Κατά πολύ ευκολότερο, φυσικά. Aυτό είναι το λιθαράκι το δικό μου, λοιπόν, έστω κι αν προς μερικές κατευθύνσεις άξιζε όχι λιθαράκι, αλλά… πετροβολισμός, από κάποιες απόψεις.

Για την κυκλοφορία του Gran Theft Auto IV, του νέου υψηλής ευκρίνειας και Δικτυακών δυνατοτήτων “κεφαλαίου” στη σειρά video games που έχει καταγράψει πολλές δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεων στην ιστορία της (και ευθύνεται για την απώλεια… πολλών δασών σε χαρτί, λόγω της πολεμικής που έχει δημιουργήσει γύρω από το περιεχόμενό της), το πιθανότερο είναι ότι δεν χρειάζεται να ειπωθούν και πολλά. Πριν από τρεις μέρες, στις 29/4, ο τίτλος κυκλοφόρησε επίσημα και στην Ελλάδα για το Xbox 360 και το PS3 χωρίς… τυμπανοκρουσίες ακριβώς, ίσως λόγω των “ημιεορταστικών” ημερών, ίσως λόγω του (μάλλον δικαιολογημένα) ανύπαρκτου marketing εκ μέρους της ελληνικής αντιπροσωπείας.

Την επόμενη ημέρα, 30/4, είχαμε τις πρώτες αναφορές στον ημερήσιο Τύπο, ο οποίος παραδοσιακά τυγχάνει να είναι και ο πλέον “συντηρητικός” και εχθρικός απέναντι στα GTA. Ακόμη και με αυτά τα δεδομένα, ωστόσο, τίποτε δεν θα μπορούσε να μας είχε προετοιμάσει για… πρωτοσέλιδα. Και τί πρωτοσέλιδα! Όπως αυτό του “Ελεύθερου Τύπου”, για παράδειγμα, ο οποίος θεωρεί την κυκλοφορία της Rockstar τόσο μεγάλο ζήτημα πανελλήνιου ενδιαφέροντος, ώστε να αφιερώσει τα 3/5 της πρώτης σελίδας σε αυτό, με τους τίτλους “70.000.000 κλέφτες αυτοκινήτων”, “Εγκλωβισμένοι στην εικονική πραγματικότητα της βίας χιλιάδες ανήλικοι και στην Ελλάδα”, “Grand Theft Auto IV: Το πιο πετυχημένο και αμφιλεγόμενο βιντεοπαιχνίδι στον κόσμο ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων, πωλείται ανεξέλεγκτα ακόμη και σε μικρά παιδιά”.

Το πλέον αστείο στοιχείο στο άρθρο του “Ελεύθερου Τύπου” έγκειται στο γεγονός ότι ελάχιστη σχέση έχει με τον προκλητικό τίτλο του πρωτοσέλιδου, το οποίο προσβάλλει τη νοημοσύνη των αναγνωστών που γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται και δημιουργεί την γνωστή αρρωστημένη περιέργεια αυτών που… δεν. Είναι ένα κομμάτι μόνο οριακά δημοσιογραφικό, το οποίο πολύ περισσότερο αντιγράφει αυτολεξεί στοιχεία από εταιρικό δελτίο Τύπου, παρά ενδιαφέρεται να εκφέρει άποψη για το ζήτημα, θετική ή αρνητική (απολύτως σαφές άλλωστε είναι και το γεγονός ότι οι δύο άγνωστες στο χώρο υπογράφουσες όχι επαφή με το θέμα δεν έχουν, αλλά ούτε το κεντρικό menu οποιουδήποτε GTA δεν έχουν ποτέ αντικρύσει).

Ο βαθμός στον οποίο στερείται ουσίας το “άρθρο” αυτό είναι τόσο μεγάλος, που δημιουργεί σχεδόν υποψίες για… advertorial – όσο κι αν το GTA IV δεν χρειαζόταν κανενός είδους “πονηρή” εμπορική προώθηση, όσο κι αν “ακόμη και η αρνητική δημοσιότητα είναι δημοσιότητα”. Με μικρά γράμματα κάτω από τους τίτλους του πρωτοσέλιδου, μάλιστα, υπήρχε η… διευκρίνιση “Κυρίως θέμα σελ.2, Η θέση μας σελ.58″, σαν να ήθελε το μέσο να διαχωρίσει την άποψή του από το δισέλιδο που “ανοίγει” το φύλλο (!). Η άποψη της πίσω σελίδας, ωστόσο, μπορεί να συρρικνωθεί σε μία πρόταση του στυλ “Κακό, κακό GTA, αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε κι εμείς οι γονείς”. Βολικά γενικόλογη, βολικά “θαμμένη”… άποψη, σε 200 λέξεις, όχι ακριβώς αντίβαρο και σίγουρα όχι υπεύθυνη, τεκμηριωμένη δημοσιογραφική θέση.

Η εφημερίδα Τα “Νέα”, από την άλλη πλευρά, παρουσιάσε το θέμα επίσης στην πρώτη της σελίδα, αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση και με σαφώς μετριοπαθέστερες διαθέσεις: “Έφτασε το πιο καυτό βίντεογκεϊμ”, “Έτοιμη η 4η εκδοχή του βίαιου βιντεοπαιχνιδιού Grand Theft Auto, του παιχνιδιού που μίσησε η Χίλαρι” (για να μην αποσυντονιζόμαστε και από τα αμερικανικά εσωτερικά πολιτικά δρώμενα, δηλαδή!). Το αντίστοιχο άρθρο των “Νέων”, ωστόσο, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Είναι κάτι που προσπαθεί μεν να έχει δημοσιογραφική υφή, αλλά καταφεύγει τελικά σε κοινοτυπίες ή γενικολογίες. Αν υπάρχει κάποιου είδους “απόχρωση” στην προσέγγιση του συντάκτη απέναντι στο “βίντεογκεϊμ” (sic), αυτή είναι η αποστειρωμένα ή/και συγκεκαλυμμένα αρνητική.

Σε καμία περίπτωση πάντως, η παρουσίαση των “Νέων” στο θέμα δεν είναι τόσο προκλητική όσο η αντίστοιχη πρωτοσέλιδη παρουσίαση στον “Ελεύθερο Τύπο”. Έστω κι αν παραπλεύρως του άρθρου έχει τοποθετηθεί η κειμενολεζάντα “Η Χίλαρι το χαρακτήρισε σιωπηρή επιδημία, στην Αυστραλία απαγορεύτηκε, στις ΗΠΑ κατηγορείται για αυτοκτονίες εφήβων” (!!!), έστω κι αν στην κεφαλίδα του άρθρου υπάρχει η… βολικά απροσδιόριστη φράση “To GTA 4 καταγγέλεται για τη βιαιότητά του αλλά το λατρεύουν εκατομμύρια παίκτες” (χωρίς να διευκρινίζεται ποιός “καταγγέλει τί και σε ποιον, γιατί αν πρόκειται για τον Jack Thompson…). Είναι φανερό ωστόσο ότι και αυτός ο συντάκτης – επίσης άγνωστος στον ελλαδικό χώρο της ηλεκτρονικής διασκέδασης – δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο και απλώς αντιγράφει και μεταφράζει υλικό από το Web, κρατώνοντας ό,τι του αρέσει και “προσπερνώντας” ό,τι δεν εξυπηρετεί την ήδη διαμορφωμένη του άποψη για το θέμα.

Όσον αφορά τα έντυπα μέσα ενημέρωσης, πάντως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο ξενόγλωσσος Τύπος (που την τελευταία πενταετία είχε “κατακρεουργήσει” τη Rockstar για όλους τους συζητήσιμους και μη συζητήσιμους λόγους) υπήρξε σε γενικές γραμμές ψύχραιμος στις αντιδράσεις και τα σχόλιά του. Ακόμη και οι χαμηλότερου επιπέδου φυλλάδες έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι πλέον “in” να βάλλουν εναντίον της Rockstar και ανέφεραν την κυκλοφορία του Grand Theft Auto IV με μάλλον καθησυχαστικούς έως… αδιάφορους τόνους. Ακόμη και οι πρακτικά άχρηστοι, ημιμαθείς γραφιάδες που απλώς γεμίζουν σελίδες με ασυναρτησίες – και είναι πάρα πολλοί αυτοί στα mainstream και “lifestyle” μέσα, τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα – έχουν καταλάβει ότι δεν “υπάρχει θέμα” πια στην ύπαρξη video games με περιεχόμενο για ανθρώπους άνω των 18 ετών. Είναι απλώς η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, σε όλες τις μορφές ψυχαγωγίας.

Στη χώρα μας, όμως; Ε, εδώ όψιμο ενδιαφέρον – πάντοτε για λόγους εντυπωσιασμού, όχι ουσιαστικούς – και άρθρα ή ρεπορτάζ κυριολεκτικά “ό,τι να’ ναι”, τόσο στα επιχειρήματα, όσο και στην τεκμηρίωση του θέματος συνολικά. Όπως αναμένει κανείς πάντοτε από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν απολύτως τίποτε για ο,τιδήποτε γράφουν, δηλαδή.

Το… “κερασάκι στην τούρτα”, ωστόσο, βρίσκεται στην στάση που κράτησε η τηλεόραση ως μέσο απέναντι στο θέμα. Ο μηχανισμός των… “συγκοινωνούντων δοχείων”, που επικρατεί στην ελληνική πραγματικότητα των media, οδήγησε προφανώς τους “δημοσιογράφους” των καναλιών να “κυνηγήσουν το θέμα” (sic) για τα δελτία ειδήσεων των 8.00 της 1/5, με αποτελέσματα αρκούντως τραγελαφικά. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω όλες τις αναφορές που πιθανώς έγιναν, αλλά αυτές που εντόπισα στο Mega, τον Alpha και τον Σκάι είναι μάλλον ενδεικτικές.

Ο ρεπόρτερ του Σκάι, για παράδειγμα, αφού σχεδόν… απήγγειλε λέξη προς λέξη την εισαγωγή στο άρθρο των “Νέων”, παρέθεσε αποσπάσματα από το gameplay και “δηλώσεις” πωλητών σε καταστήματα και gamers, εστιάζοντας στη βία που (ένα σχετικό video με το ρεπορτάζ μπορεί να δει κανείς εδώ). Το υπόλοιπο ρεπορτάζ αναλώθηκε στο τί είχαν να πουν σε ξένα κανάλια gamers του εξωτερικού, κάτι που φυσικά δεν προσέφερε τίποτε ουσιαστικό στο ρεπορτάζ per se. Το μόνο θετικό στην παρουσίαση που έτυχε το όλο θέμα στο Σκάι εντοπίζεται στο γεγονός ότι ανέφερε, με έμφαση μάλιστα, ότι ο τίτλος της Rockstar απευθύνεται σε καταναλωτές άνω των 18 ετών.

Eξέχουσα θέση, ωστόσο, δεν μπορεί παρά να έχει απέναντι στο θέμα ο Alpha, ο οποίος επέδειξε για μία ακόμη φορά… δημοσιογραφική πυγμή, άριστη σχέση με το αντικείμενο του θέματος και κυρίως αντικειμενικότητα στην προσέγγιση του ζητήματος γενικότερα (σε κάποια εναλλακτική πραγματικότητα, δηλαδή). Η καταφανώς αδίστακτη ρεπόρτερ, αφού υπογράμμισε πολλάκις το πόση βία μπορεί να ασκήσει κανείς στο gameplay του GTA IV και πόσα πορνογραφικά και ειδεχθή στοιχεία αυτό ενσωματώνει, επανέλαβε τα γνωστά ανεδαφικά περί επιβλαβών επιρροών των games στα παιδιά (χωρίς ούτε μία φορά να σταθεί στο γεγονός ότι ο τίτλος δεν απευθύνεται σε αυτά ούτως ή άλλως). Στη συνέντευξη που πήρε από το Σπύρο Γιαμά, τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας που εισάγει τον τίτλο της Rockstar στη χώρα μας – η ρεπόρτερ επίσης βολικά τον “ώθησε” να παραδεχθεί τα ποσοστά βίας του τίτλου.

Το πραγματικά απίθανο – από πλευράς θράσους στο μοντάζ και καταφανούς χειραγώγησης του θέματος – ήταν άλλο, ωστόσο. Η ρεπόρτερ ρώτησε τον διευθύνοντα σύμβουλο αν έχει παιδιά, αν ο ίδιος τους επιτρέπει να παίζουν games και δη games τύπου GTA IV – και όταν εκείνος απάντησε θετικά, θετικά και αρνητικά αντίστοιχα, παρά το γεγονός ότι το στέλεχος της CD-Media διεκρίνισε ότι τα παιδιά είναι 12 και 14 χρονών, το μοντάζ… πήρε πρωτοβουλίες και “φώτισε” από τελείως διαφορετική οπτική γωνία την παραδοχή του Σπύρου Γιαμά. Στο “παράθυρο” που κλήθηκε γνωστή παιδοψυχολόγος να καταθέσει την (ανύπαρκτη ουσιαστικά) άποψή της για το θέμα, αφού ανέφερε με τη σειρά της τα περί “ώθησης σε παραβατικές συμπεριφορές”, στάθηκε στο τελευταίο αυτό στοιχείο, παραλληλίζοντας τον διευθύνοντα σύμβουλο της CD-Media με έμπορο ναρκωτικών (!!) που δεν επιτρέπει στα παιδιά του να χρησιμοποιούν το… “εμπόρευμα”. Ούτε η ρεπόρτερ, ούτε η παρουσιάστρια, ούτε η… ενδελεχώς ενημερωμένη ψυχολόγος μπήκαν στον κόπο να λάβουν υπόψιν τους το γεγονός ότι ο τίτλος απευθύνεται σε άτομα άνω των 18, οπότε λογικό θα ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της CD Media να μην επιτρέψει στα ανήλικα παιδιά του να ασχοληθούν με το GTA IV.

Από τα τηλεοπτικά κανάλια που κάλυψαν άμεσα το θέμα, περισώθηκε σε κάποιο βαθμό μόνο το Mega – με το οποίο όμως οι σοβαροί άνθρωποι που ασχολούνται με την ηλεκτρονική διασκέδαση στη χώρα μας παραμένουν εξοργισμένοι λόγω εκείνης της πραγματικά απαράδεκτης καμπάνιας “Η ζωή έχει χρώμα” του Υπουργείου Υγείας (περισσότερα εδώ). Στο θέμα του Grand Theft Auto IV, πάντως, δεν ήταν τόσο δηκτικό όσο τα δύο προαναφερθέντα, αναφέροντας κι αυτό τα γνωστά περί θεωριών των επιστημόνων για βίαιη μελλοντική συμπεριφορά κλπ. κλπ. αλλά κρατώντας αποστάσεις από το “κυνήγι μαγισσών” που εκτυλίσσεται γύρω από τη σειρά τίτλων της Rockstar. Αυτό που παντελώς απέτυχε να κάνει το Mega, βέβαια, ήταν να θίξει το γεγονός ότι το GTA IV απευθύνεται σε ενήλικες και μόνο – και το γεγονός ότι είναι ευθύνη του γονέα το τί θα παίξει στο σπίτι του ένα παιδί κάτω των 18.

Και όλα αυτά, ενώ ακόμη οι… “φωστήρες” που ευθύνονται για απείρου κάλλους επιλογές και διατάξεις όπως ο διαβόητoς νόμος 3037 (ο γνωστός για τα… “φρουτάκια”) δεν έχουν ακόμη “ενημερωθεί” για την κυκλοφορία του νέου Grand Theft Auto στη χώρα μας. Με άλλα λόγια, και… τυχερούς να θεωρούν εαυτούς όσοι πρόλαβαν και αγόρασαν το GTA IV, γιατί αν “πάρει το αυτί” κανενός βουλευτή το θέμα…!

Πέρα από αστεϊσμούς, οι λόγοι για τους οποίους δικαίως το Grand Theft Auto IV είναι τίτλος κατηγορίας “Μ” (για καταναλωτές 18 ετών και άνω) δεν είναι αμελητέτοι. Το τί πρέπει επίσης να γίνει ώστε οι γονείς να αποκτήσουν την ενημέρωση εκείνη που θα τους επιτρέψει να επιλέγουν οι ίδιοι (και σωστά) τα games των παιδιών τους, είναι ένα άλλο θέμα, μεγάλο από μόνο του. Δεν θα έπρεπε όμως να συγχέονται όλα αυτά με το ζήτημα της γενικής στάσης και συμπεριφοράς διαφόρων ελληνικών μέσων ενημέρωσης. Συμπεριφορά αισχρή και ντροπιαστική, όχι τόσο για αυτούς δημιουργούν κυριολεκτικά θέματα “από το πουθενά” – θέματα εν τέλει τρομολαγνείας και μόνο – αλλά πολύ περισσότερο για εκείνους που και δίνουν βήμα στους “συναδέλφους” αυτούς και αποφασίζουν να εκθέτουν τέτοια άρθρα σε πρωτοσέλιδα αρκούντως προκλητικά ή ρεπορτάζ πεντάλεπτα σε κεντρικά δελτία ειδήσεων, στην ουσία προβάλλοντας τη δική τους ημιμάθεια, τις δικές επιδιώξεις για εντυπωσιασμό, τις δικές τους ανασφάλειες και φοβίες.

Συνειδητή σκανδαλολαγνεία, κακή δημοσιογραφία, ανύπαρκτος επαγγελματισμός. Και όλα αυτά για… ποιο λόγο; Για μερικές εκατοντάδες φύλλα παραπάνω (σε καθημερινές εφημερίδες και για μία ημέρα μόνο); Για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από θέματα απείρως πιο σημαντικά και χρήζοντα πρωτοσέλιδου και μεγαλύτερων ρεπορτάζ; Για λόγους αμιγώς… εμπορικούς, ίσως; Κίνηση γελοία, απελπισμένη και ύποπτη, “τρία σε ένα” στην περίπτωση του “Ελεύθερου Τύπου”, κίνηση απολύτως ανεδαφική στην περίπτωση των “Νέων”. Για τα τηλεοπτικά κανάλια, δε, ειδικά τον Alpha… δεν υπάρχουν λόγια. Ρεπορτάζ είτε ανούσιο, είτε προκατειλημμένο. Τίποτε άλλο.

Όπως και να έχει το πράγμα, σήμερα – 2/5 πια – που συζητούσα το όλο θέμα με συναδέλφους (πραγματικούς, όχι… κατ’ όνομα) και συνεργάτες, αυτό που αναδείχθηκε ως κοινός παρανομαστής όλων ήταν η ντροπή που εμείς νοιώσαμε – όχι αυτοί που έπρεπε – για το επίπεδο των ελληνικών ΜΜΕ. Kαι εις… κατώτερα να ευχηθώ λοιπόν στα περισσότερα ελληνικά μέσα ενημέρωσης που κάλυψαν το “θέμα” της κυκλοφορίας του Grand Theft Auto IV μέχρι στιγμής. Και τα ψυχρά μου συγχαρητήρια σε όλους αυτούς που έκαναν εμένα και αρκετούς άλλους ανθρώπους – που που αντιλαμβάνονται μερικά πράγματα παραπάνω) να αισθανθούμε για άλλη μια φορά κάτοικοι τριτοκοσμικής και υπανάπτυκτης χώρας, χωρίς πραγματικά να είμαστε. Εύγε.

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαρτίου 5, 2008

Το τελευταίο HD-DVD…

…με το οποίο άλλο ένα “κεφάλαιο” στην ιστορία του home entertainment έκλεισε και για μένα, όπως και για εκατοντάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Έλαβα προχθές από το Play και παρακολούθησα απόψε το Stardust, την κινηματογραφική μεταφορά του εκπληκτικού βιβλίου του Neil Gaiman, σε HD-DVD – την τελευταία “νέα κυκλοφορία” που αγοράζω στο ηττημένο πια φορμά. Η προπαραγγελία είχε γίνει πολύ πριν από την αποφασιστικής σημασίας ανακοίνωση της Warner, παρά τα όσα επακολούθησαν όμως δεν ακύρωσα την αγορά της συγκεκριμένης ταινίας τόσο λόγω Gaiman όσο και του cult χαρακτήρα του εν λόγω φιλμ (I love cult).

hddvdgoodbye1.jpg

Δεν νοιώθω ότι έχει νόημα να αναλωθώ για πολλοστή φορά στο όλο ζήτημα της διαμάχης ανάμεσα στο Blu-ray και το HD-DVD, τον τρόπο που αυτή εξελίχθηκε και πώς κατέληξε με την ήττα του φορμά της Toshiba (έχω ήδη καταθέσει τη γνώμη μου στο Gamespin, το Αθηνόραμα, το PC World, το Ευ Ζην και όπου αλλού μου ζητήθηκε). Ό,τι έγινε, έγινε εν τέλει. Απλώς… να. Είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσεις το Transformers ή να περιπλανηθείς στα extras του 300 και να μην αναλογιστείς για πολλοστή φορά πόσο “κρίμα και το άδικο” είναι να υποχρεώνεται ένα καθ’ όλα ικανό, τεχνολογικά άρτιο φορμά σε ευθανασία, επειδή η αγορά δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά με “δύο ξένους στην ίδια πόλη”. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα πράγματα που είναι καταφανώς σωστά, αλλά τα νοιώθεις ως λάθος όσο κι αν γνωρίζεις ότι κάτι τέτοιο αγγίζει τα όρια του ανόητου. Oh, well.

hddvdgoodbye2.jpg

Παρεμπιπτόντως το Stardust ήταν πολύ καλό ως ταινία και αξιοπρεπέστατο (αλλά όχι κορυφαίο) ως μεταφορά σε high definition εικόνα και ήχο από την κινηματογραφική εκδοχή της. Όχι φαντασμαγορικό πιθανώς, αλλά σίγουρα ένα ταιριαστό “αντίο” στο φορμά του HD-DVD – και… “αντίο” τουλάχιστον όσον αφορά τις νέες κυκλοφορίες πάντοτε, γιατί τα 16 HD-DVD της βιβλιοθήκης μου χρειάζονται άλλα 4 για να καταλήξουν σε έναν στρογγυλό, εύηχο, καταληκτικό αριθμό, όπως το 20 (στα Blu-ray ο αριθμός αυτός έχει ξεπεραστεί προ πολλού, βέβαια, αλλά ο “νικητής” μπορεί να έχει άλλες απαιτήσεις). Οι προσφορές και οι δραματικά μειωμένες τιμές στα e-shops του εξωτερικού δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη, όταν συμβεί όμως οι “υποψήφιοι” έχουν ήδη επιλεγεί. Cult classics, εννοείται!

Αναρτήθηκε από: Farkonas | Μαρτίου 5, 2008

Vista SP1: Οι εντυπώσεις

Ωραααααίαααααα λοιπόν… χρησιμοποιώ εδώ και δύο εβδομάδες πλέον το Service Pack 1 για τα Windows Vista (υπήρξε η σχετική καθυστέρηση γιατί, έχοντας ορίσει ως default location στην εγκατάσταση του λειτουργικού την Ελλάδα, το αρχικό αγγλικό αρνούνταν να εγκατασταθεί και χρειάστηκε να βρω την τελική beta που είναι η ίδια με το επίσημο SP, αλλά υποστηρίζει ελληνικά). Το πιο μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου καταναλωτικού κοινού θα έχει (επίσημα τουλάχιστον, γιατί ανεπίσημα τα torrents έχουν ήδη φροντίσει…) πρόσβαση στο αγγλικό SP1 σε 20 ημέρες από σήμερα, ενώ το ελληνικό κοινό τον Μάιο τουλάχιστον, αν όχι αργότερα.

Το θετικό: η εγκατάσταση του SP1, την οποία έκανα με… φόβο καρδιάς γιατί στο συγκεκριμένο μηχάνημα κάνω κάθε δουλειά μου ως freelancer πέρα από όλα τα υπόλοιπα, κύλησε απολύτως ομαλά. Χρειάστηκε 40 λεπτά και 3 restart μεν, δεν φάνηκε να προβληματίζεται σε κανένα σημείο δε. Έχω την αίσθηση ότι πιο πολλή ώρα χρειάστηκε το SP1 να “αποφασίσει” ποιά updates χρειαζόταν το συγκεκριμένο PC και ποιά όχι (είχα εγκαταστήσει όλα όσα είχαν διατεθεί μέσω Windows Update), παρά να τα εφαρμόσει. Σε κάθε περίπτωση, αυτοματοποιημένη διαδικασία και απροβλημάτιστη. Δεν μπορεί να ζητήσει κανείς κάτι παραπάνω από αυτό.

vistasp1art1.jpg

Το αρνητικό: κατά βάση το SP1 δεν άλλαξε σχεδόν τίποτε, υπό την έννοια ότι δεν διορθώθηκε κανένα από τα απαράδεκτα προβλήματα που με έχουν απογοητεύσει τόσο πολύ με τα Vista. Τα περί ταχύτερου file copy σε μεγάλα αρχεία ή πολλά μικρά είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι και η καλύτερη ενσύρματη επικοινωνία με router και τις συνδεδεμένες στο τοπικό δίκτυο συσκευές. Όμως το σύστημα συνεχίζει να “φυλακίζει” 1.5 GB μνήμης, αυτό που αντιστοιχεί στις δύο 8800 Ultra, άνευ λόγου και αιτίας (αναφέρονται σωστά τα 4 GB μνήμης, αλλά συνεχίζουν να αξιοποιούνται τα 2.2 και να είναι διαθέσιμα 1500 ΜΒ με την ολοκλήρωση του boot). Και το σύστημα συνεχίζει να έχει αισθητά μειωμένες επιδόσεις σε σχέση με τις αντίστοιχες μέσω Windows XP, σε κάθε τι, παρά την ουσιαστική αλλαγή του πυρήνα των Vista σε αυτόν των νέων Windows Server.Με άλλα λόγια, ό,τι περίμεναν όλοι όσοι ξέρουν τί εστί γενικώς Service Pack: διορθώσεις, όχι βελτιώσεις. Και τα Vista χρειάζονται και τις πρώτες και τις δεύτερες.

Εν τω μεταξύ, με την… ευκαιρία του SP1, είπα να ξαναδοκιμάσω την τύχη μου και με το ReadyBoost, την δυνατότητα εκείνη των Vista που υποτίθεται πως αξιοποιεί υπό προϋποθέσεις USB drives ως ένα είδος μνήμης cache για να επιταχύνει λειτουργίες και την ανταπόκριση διαφόρων εφαρμογών. Την πρώτη φορά που το είχα κάνει, στο προηγούμενο PC με ένα USB drive των 2 GB και Vista RΤΜ, δεν είχα δει καμία ουσιαστική διαφορά στην “αίσθηση” της χρήσης ή στις επιδόσεις των εφαρμογών. Αυτή τη φορά προσπάθησα να το κάνω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: αγόρασα αυτό το USB drive των 8 GB, το οποίο είναι Readyboost-certified, το συνέδεσα μόνιμα στο σύστημα και τού προσέφερα όλο τον αποθηκευτικό χώρο που προκύπτει από το format (η λειτουργία αυτή υποτίθεται ότι αξιοποιεί μέχρι 4 GB, αλλά τα Vista και αναγνώρισαν, και ισχυρίστηκαν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν περισσότερα από αυτά).

vistasp1art2.jpg

Μία εβδομάδα μετά από το SP1 και την ενεργοποίηση του Readyboost, και παρά το γεγονός ότι για δουλειά είναι μετρημένες οι εφαρμογές που χρησιμοποιώ (επτά, συγκεκριμένα), συνεχίζω να μην έχω δει διαφορά. Ψέματα. Έχω δει μία. Το PC χρειάζεται πια σχεδόν 1 λεπτό για να “κλείσει”, πιθανώς επειδή σε κάθε Shut Down διαγράφει το αρχείο της cache του Readyboost (αποθηκεύεται ΚΑΙ στον σκληρό δίσκο, για την περίπτωση που ο χρήστης απροειδοποίητα αποσυνδέσει το USB drive). Αλλά μάλλον δεν έχει νόημα να αναφέρει κανείς αυτή τη διαφορά θετικά, ε μαμά Microsoft;Πάει και η όποια “ελπίδα” του SP1, λοιπόν. Το ερώτημα είναι: τί κάνει κάποιος με αυτά τα δεδομένα πια; Προσβλέπει σε… Vista SP2; Γυρίζει σε Windows XP; Αναβαθμίζει το ήδη 5000 ευρώ μηχάνημά του (μπα, 4000 ευρώ κοστίζει πλέον) με την ελπίδα ότι θα μπορεί να δουλέψει πιο άνετα; Κάτι άλλο;

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια σκέφτομαι ότι επιβάλλονται ριζικές λύσεις… κοινώς απομάκρυνση από τα Windows. Ολοκληρωτικά. Και η νέα έκδοση 8 του Ubuntu βρίσκεται λιγότερο από 2 μήνες μακριά. Χμ, χμ…

« Νεότερα άρθρα - Παλαιότερα άρθρα »

Κατηγορίες

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.