Αναρτήθηκε από: farkonas | Ιουνίου 22, 2009

Home. Δείτε το. Τώρα.

Στο 99% των περιπτώσεων, είμαι το είδος του ανθρώπου που οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές θα χαρακτήριζαν τυπικό: όχι ακριβώς αναίσθητος, αλλά ούτε και διατεθειμένος να κάνει τίποτε πραγματικά σπουδαίο για τα ζητήματα εκείνα που δεν επηρεάζουν άμεσα και καταφανώς την καθημερινή του ζωή. Ξέρεις, εκείνο το είδος του sob που δεν είναι βλάκας μωρέ, καταλαβαίνει πράγματα, αλλά πρέπει να τον κλωτσήσεις στο κεφάλι με Wehrmacht για να νοιώσει πραγματικά ότι μερικά προβλήματα εκτείνονται πέρα από τους λογαριασμούς του μήνα, το service του αυτοκινήτου και το τί extra δουλίτσα μπορούμε να βρούμε αυτόν τον καιρό για να οικονομήσουμε το μαρούλι που θα μας αγοράσει εκείνο το πανάκριβο νέο gadget.

Ε, λοιπόν, χθες έφαγα κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht. Και την απόλαυσα κιόλας.

Παρακολούθησα το Home, το ντοκυμαντέρ μεγάλου μήκους του Yann Athus Bertrand για το οποίο είχαν ακουστεί πολλά πριν την προβολή του. Ήξερα περί τίνος επρόκειτο, αλλά ο super θεός εγώ αρχικά κάθησα να το δω επειδή το βρήκα σε matroska των 1080p και ήθελα να απολαύσω για πολλοστή φορά την εικόνα της Kuro μου. Ξέρεις. Ο συνηθισμένος, καθημερινός sob γκατζετάκιας.

home_post_art_1
Ε, λοιπόν, μέσα στο πρώτο τέταρτο είχα σταματήσει να ασχολούμαι με την εικόνα per se. Παρακολουθούσα με ανοιχτό το στόμα τί πραγματικά έχει κάνει σε αυτόν τον πλανήτη το ανθρώπινο είδος, πόσο έχει βιάσει τη φύση, πώς έχει διαταράξει τις ισορροπίες εκατομμυρίων ετών μέσα σε μόλις 50 χρόνια. Είδα καταστροφές τροπικών δασών που κάνουν τους αλήτες που καίνε τα… αλσύλια της Αττικής να μοιάζουν με παιδιά του νηπιαγωγείου. Είδα απόβλητα πετρελαίου να εκτείνονται ως τον ορίζοντα και τα χιόνια στις κορυφές των βουνών, τους πάγους στον Αρκτικό και την Ανταρκτική να λιώνουν σαν παγωτό στο φούρνο. Είδα τους ουρανοξύστες των μητροπόλεων σε αντιπαραβολή με το φυσικό περιβάλλον που κατέστρεψαν και μου φάνηκαν τόσο εγκληματικά άσχημοι, ώστε ποτέ ξανά δεν θα τούς δω με το ίδιο μάτι στις ταινίες-αμερικανιές που τους εκθειάζουν.

Με μία κουβέντα, έφαγα κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht. Δεν ξέρω αν ήταν ο Ronald Koeman ή ο Roberto Carlos που τη φορούσαν, αλλά όποιος μου την έδωσε την κλωτσιά, ποδοσφαιριστής ήταν σίγουρα.

home_post_art_2
Περιττό να πω πως… ναι, ένας από τους λόγους που συγκλονίζει το ντοκυμαντέρ του είναι ο τεχνικός τομέας του. To put it simply, απλώς ΔΕΝ υπάρχει τίποτε πιο εντυπωσιακό από κινηματογραφικής άποψης αυτή τη στιγμή σε υψηλή ευκρίνεια. Έχω σε Blu-ray τη συλλογή Earth του BBC και το The March of the Penguins, έχω δει κι άλλα hi-def ντοκυμαντέρ σε δορυφορικά, αλλά δεν πλησιάζουν καν με αυτά που έχει συλλάβει η κάμερα του Bertrand. Τίποτε δεν συγκρίνεται με τα πανοραμικά τοπία, τη φωτογραφία, τις θεϊκές γωνίες λήψης, τα χρώματα που κατακλύζουν την οθόνη σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του ντοκυμαντέρ. Αυτός ο πλανήτης είναι ένα κόσμημα, ένα πολύχρωμο, μοναδικό διαμάντι με χίλιες διαφορετικές, μαγικές πλευρές, κι εμείς το γδέρνουμε καθημερινά με τεχνολογικά προηγμένα, τρυπάνια από μαύρο, κακάσχημο διαμάντι. Αυτό είναι το μήνυμα της εικόνας. Το απίστευτο soundtrack και η εξαιρετική αφήγηση της Glenn Close ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των εικόνων, αλλά και στο mute να τις έβλεπες, πάλι μουδιασμένος θα κατέληγες.

Εκεί βρίσκεται η νίκη του Bertrand. Ο Γάλλος κατάλαβε ότι απλώς να λες στους ανθρώπους γενικώς και αορίστως για προβλήματα δεν τους αγγίζει πια. Έχουν αναισθητοποιηθεί. Πρέπει να τους πιάσεις από το λαιμό, να τους στρέψεις στην κινούμενη εικόνα και να τους κάψεις την ίριδα με κάτι συγκλονιστικό, για να ταρακουνηθούν και να σου δώσουν την προσοχή τους. Κι αφού σου δώσουν την προσοχή τους, θα ακούσουν αυτό που έχεις να τους πεις για το περιβάλλον. Κι ας ήταν κάτι εξόχως abstract στο μυαλό τους μισή ώρα πριν.

home_post_art_3
Δύο πράγματα θα πω μόνο για να κλείσω το χρονικό της κλωτσιάς στο κεφάλι με Wehrmacht. Το ένα, ότι προς το τέλος του Home βούρκωσα, συνειδητοποιώντας σε τί κατάσταση θα παραδώσουμε τη Γη στα παιδιά μας και πώς αυτά θα κληθούν να πληρώσουν τα εγκλήματα της γενιάς μου και κάθε γενιάς του 20ου αιώνα. Το δεύτερο, ότι ένοιωσα απίστευτη ενοχή συνειδητοποιώντας ότι εγώ κάθομαι και βλέπω αυτό το ντοκυμαντέρ στην ωραία μου τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας, κάτω από το κλιματιστικούλι μου, ρουφώντας το χυμούλη μου, όταν εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει και θα πεθάνουν εξαιτίας ακριβώς αυτών που εγώ σαν χάνος παρακολουθώ. Οι τύψεις ήταν αρκετές για να μην εξαφανιστούν το πρωί. Dude, that’s huge in my world.

Σήμερα, που είναι η επόμενη μέρα από εκείνη που παρακολούθησα το Home, σκοπεύω να κάνω κάτι για να βοηθήσω; Ναι, σκοπεύω ακόμη. Θα προσπαθήσω να μην αγοράζω πράγματα που δεν χρειάζομαι πραγματικά, θα καίω όσο το δυνατόν λιγότερο ρεύμα, θα ανακυκλώνω – ό,τι μπορώ να κάνω, τέλος πάντων. Θα κρατήσει; Ελπίζω. Θα δείξει.

home_post_art_4
Σε κάθε περίπτωση, είτε είσαι sob γκατζετάκιας σαν εμένα που θέλει μια κλωτσιά στο κεφάλι με Wehrmacht, είτε όχι, δες το Home. Για την ακρίβεια, είτε είσαι ο,τιδήποτε συγκεκριμένο απέναντι στο θέμα είτε όχι, δες το. Δες το Home. Πες το και σε άλλους. Να το δουν κι αυτοί.

Κι έτσι, έστω κι αν χρειάζεται μια οπτικοακουστική παραγωγή επιπέδου Hollywood για να τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων, ίσως κάτι ν’ αλλάξει. Γιατί – χρησιμοποιώντας τα λόγια της αφήγησης του Home – it’s too late to be a pessimist.

Αυτά. Aς το παραγγείλω τώρα και σε Blu-ray, καθώς ο sob γκατζετάκιας εαυτός μου πραγματικά το χρειάζεται.

Αναρτήθηκε από: farkonas | Μαΐου 11, 2009

Ποιός είναι ο καλύτερος Έλληνας DJ, λοιπόν;

Να, μέσα σε όλο αυτό το απίθανα κακό κλίμα των τελευταίων ημερών – Βουλή out of order… κατά παραγγελία δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος στην Ελλάδα – και κάτι ενδιαφέρον. Για όσους και όσες αρέσκονται στη χορευτική μουσική, anyway. Η δισκογραφική PlanetWorks και η Amstel Pulse διοργανώνουν την πρώτη online ψηφοφορία για την ανάδειξη του/της καλύτερου/ης DJ της χώρας μας. Το σχετικό Web site βρίσκεται εδώ και οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να ψηφίσουν τους πέντε DJ που αγαπούν περισσότερο, καθώς και έναν ξένο DJ της προτίμησής τους. Η ψηφοφορία θα διαρκέσει έως και τις 10 Ιουνίου, ενώ οι δημοφιλέστεροι DJ θα βραβευτούν σε ειδικό event στο Venue την επόμενη ημέρα – παρουσία και του διάσημου Bob Sinclair που θα παίξει εκεί το ίδιο βράδυ.

grdjawards09art

Με μία γρήγορη ματιά η λίστα των Ελλήνων DJ φαίνεται πλήρης, καθώς όντως τα περισσότερα γνωστά ονόματα του clubbing και των ραδιφωνικών σταθμών της πρωτεύουσας (και όχι μόνο) περιλαμβάνονται σε αυτήν. Μερικές επιλογές βέβαια είναι συζητήσιμες: να συμπεριληφθεί σε αυτή τη λίστα, για παράδειγμα, η πιτσιρίκα και σίγουρα όχι… master των decks Όλγα Κουκλάκη, αλλά όχι η Άννα Αναστασίου του Best, με πολύ μεγαλύτερη πορεία στο χώρο και πολύχρωμο κοινό, είναι μικρό – ή όχι και τόσο μικρό – φάουλ. Βέβαια οι διοργανωτές αναφέρουν ότι “τα κριτήρια για τη δημιουργία της αρχικής λίστας είναι η φήμη τους, η εμπειρία, οι παραγωγές και η παρουσία τους στη διεθνή dance σκηνή”, κι αυτό όμως δεν ορίζει με τόση σαφήνεια τη λίστα των επιλογών. Σε κάθε περίπτωση, οι επισκέπτες μπορούν να εισάγουν οι ίδιοι τον αγαπημένο τους DJ αν δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα και οι διοργανωτές δηλώνουν πως ύστερα από έγκριση, θα υπαχθούν επίσης στα επιλέξιμα ονόματα. Κάτι είναι κι αυτό.

Δεν μπορώ να δηλώσω, πάντως, ότι δεν είμαι άκρως ικανοποιημένος που ένας από τους αληθινά αγαπημένους μου DJ, ο Αδριανός Παπαδέας των Concealed Truth (1 και 2), είναι πρώτος στην κατάταξη την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. :-) Ιδανικά θα ήθελα στο top ten και το Γιώργο Σεράγο, τον V-Sag, τον Δημήτρη Παπασπυρόπουλο, τον Dousk, τον Αλέξανδρο Χριστόπουλο, τον Chris Nemmo, το Νίκο Διαμαντόπουλο, το Νίκο Πατρελάκη, τον G-Pal και την Άννα Μαρία Χ. Κι ας με κατηγορήσουν για μεροληψία υπέρ του Best – το έκρυψα ποτέ; Σαφώς και όχι!

Αναρτήθηκε από: farkonas | Μαΐου 9, 2009

Μια εβδομάδα με το iPhone

Από μερικές απόψεις… σαφώς ντροπή αληθινή, άνθρωπος που γράφει για τεχνολογία σχεδόν 20 χρόνια, να φτάνει στο πάρτυ του iPhone τόσο αργά. ΟΚ. Αλλά η σχέση μου με το κινητό της Apple ήταν αυτό που λέμε “μίσους και πάθους” από πολύ νωρίς. Τόσο επειδή μου προκαλεί απέχθεια ο οπαδισμός και η ηλίθια λατρεία που τρέφουν οι… πιστοί του Steve Jobs για ο,τιδήποτε φέρει το λογότυπο του μήλου, όσο και επειδή το iPhone συνδέθηκε ως συσκευή με το είδος της “μόδας” που αποστρέφομαι όσο τίποτε άλλο. Το Jesus Phone ήταν για μένα, για πάρα πολύ καιρό, η επιτομή του pretentious crap: του κάτι στην ουσία “δήθεν”, που έχει ένα σωρό “θέματα”, περιβάλλεται όμως από τέτοιο hype ώστε θα έπρεπε για κάποιο λόγο να υποκύψουμε όλοι σε αυτό το image και να το αποκτήσουμε χωρίς κρίση ή σκέψη. Του προϊόντος που έχει εξαγιαστεί σε τέτοιο βαθμό, που σε κάνει εξοργισμένο να περιφρονείς και τα ολοφάνερα θετικά του. Χθες, πάντως, συμπλήρωσα μία εβδομάδα χρήσης με το κινητό αυτό – και σκέφτηκα πως θα έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον ή/και πλάκα να καταθέσει τις εντυπώσεις του ένας (πρώην;) iPhone hater. Ένας τέτοιος, όμως, που τουλάχιστον έχει την εμπειρία και το background και τους λόγους να το κάνει με ακρίβεια και ειλικρίνεια.

Το iPhone ήταν πολύ ενδιαφέρον στα μάτια μου εξ αρχής ως εγχείρημα, αλλά δεν με είχε πείσει – το αρχικό μοντέλο είχε πάρα πολλά προβλήματα, ένα σημαντικό ποσοστό τους σχετικό με τη χρήση του ως τηλέφωνο αυτό καθ’ αυτό. Αν είναι να το αποκτήσει κανείς και να έχει και… ένα κινητό μαζί του για τις κλήσεις και τα μηνύματα, sorry, αλλά δεν είναι συλλογιστική αυτή, τόσο ως concept όσο και πρακτικά. Πάρα πολύ σπάνια άλλωστε νοιώθω την ανάγκη να είμαι… trendy, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες που έσπευσαν να αποκτήσουν iPhone μην γνωρίζοντας ότι αγοράζουν υπολογιστή-κινητό (κι όχι κινητό-υπολογιστή) και μην έχοντας καμία ουσιαστική διάθεση να το εκμεταλλευτούν πραγματικά. Οπότε στην αρχική φάση της κυκλοφορίας του, και μέχρι την ανακοίνωση της κυκλοφορίας του iPhone 3G και στην Ελλάδα, δεν είχα καν μπει στη διαδικασία να σκεφτώ αν θα πρέπει να το αποκτήσω. Πόσο μάλλον να το ποθήσω κιόλας.

iphoneweekart1

Με την κυκλοφορία του iPhone 3G κι εδώ στα τέλη Αυγούστου, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Στις αρχές Σεπτέμβρη αποφάσισα εν τέλει να το αγοράσω, στο μεταξύ όμως η απαράδεκτη Vodafone είχε ήδη εγκαταλείψει την αρχική της πολιτική, δεν έδινε τα iPhone 3G χωρίς σύνδεση – αλλά δεν το παραδεχόταν και ανοιχτά, εξαπατώντας το κοινό – οπότε το ανέβαλλα για ακόμη μια φορά. Fast forward όμως έξι μήνες μετά και την ημέρα που η CosmOTE (της οποίας είμαι συνδρομητής φεύγοντας μετά από 9 χρόνια από τη Vodafone) ξεκίνησε επίσης τη διάθεση του iPhone 3G, ήμουν ήδη… προετοιμασμένος ψυχολογικά να το αποκτήσω. Από το Γενάρη βέβαια είχαν ήδη αρχίσει να διαρρέουν οι πληροφορίες για το επερχόμενο iPhone Pro – ή όπως αλλιώς θα το ονομάσει η Apple – του Ιουνίου, οπότε και πάλι δεν έδινε την αίσθηση ακριβώς σοφής κίνησης η απόκτηση του iPhone 3G τώρα. Αλλά… τί να γίνει. Είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου, μάλλον.

Τo make a long story short, τελικά το αγόρασα, ξέροντας πολύ καλά ότι ενδέχεται σε 3 μήνες από σήμερα να έχω ήδη πάει στο iPhone Pro. Δεν πειράζει. Κατά μία έννοια, μπράβο στην Apple και το iPhone που με έκαναν να αισθανθώ ότι δεν μπορώ πια να μην είμαι χρήστης μιας συσκευής που έχει ανατρέψει τα δεδομένα στα PDA, τα mobile apps, ακόμη και το handheld gaming εσχάτως. Είχα χειριστεί iPhone φίλων πολλές φορές, είχα κάνει test δικά μου σε διάφορα apps, ήξερα σε γενικές γραμμές τί να περιμένω και τί όχι. Και μετά από μία εβδομάδα non-stop χρήσης (αλλά πραγματικά non-stop…!) η εικόνα που έχω για το Jesus Phone; Όχι ακριβώς αυτή που περίμενα να έχω, ομολογουμένως, αλλά και όχι μακριά από αυτήν που υποψιαζόμουν ότι θα έχω.

iphoneweekart2

Πρώτα, τα θετικά. Ποιότητα κατασκευής: άριστη, ασύγκριτη με το 95% των κινητών που κυκλοφορούν. Η αίσθηση που δίνει κατά το χειρισμό: ευχάριστη, προσωπική, άνετη (καμία σχέση με τα κινητά Windows Mobile ή τις όποιες εκδοχές του S60). Η δυναμική του: το iPhone είναι πια όχι απλώς αυτόνομο φορμά, είναι το πιο πολλά υποσχόμενο φορμά. Σε προοπτικές συγκρίνεται μόνο με το Android – όταν το τελευταίο αρχίσει να σοβαρεύεται βέβαια – και ήδη σήμερα είναι εφικτό να βρει κανείς μία εφαρμογή για σχεδόν ο,τιδήποτε μπορεί να φανταστεί στο App Store. Το όλο “οικοσύστημα” που έχει αναπτύξει γύρω από το iPhone η Apple: έχεις μια καλή ιδέα και ικανότητα στον προγραμματισμό; Ξαφνικά, έχεις μία αγορά 20 εκατομμυρίων ανθρώπων που προτίθενται να βάλουν το χέρι στην τσέπη για σένα, αν όντως η ιδέα σου εξυπηρετεί κάτι και έχει εκτελεστεί άρτια. Και με… “τσατσά” μόνο την Apple (κι όχι 37 τυχάρπαστους μεσάζοντες) η οποία κρατά ένα λογικό ποσοστό από κάθε πώληση – όλο το υπόλοιπο είναι δικό σου και η αγορά σου, μέσω Internet, αληθινά παγκόσμια. Αυτό είναι κάτι που καμία άλλη συσκευή, φορητή ή όχι, δεν έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία. +10 στο Cuppertino και μόνο γι’ αυτό.

Στα θετικά, για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν θα αναφέρω τίποτε για jailbreak, Cydia και όλα τα σχετικά. Είναι επιλογή του καθενός αν θα “σπάσει” το iPhone του ή όχι και – κάτω από κανονικές συνθήκες – δεν θα έπρεπε να αποτελεί τόσο μεγάλο “plus” το γεγονός ότι είναι εύκολο να εγκαταστήσει κανείς σε αυτό παράνομα εμπορικές εφαρμογές. Όπως και στο PSP, δεν είμαι της συλλογιστικής ότι το αγοράζεις το Jesus Phone επί τούτου για να το… παραβιάσεις και να κυνηγάς warez από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν το έχω κάνει ακόμη. Αν συντρέξει σοβαρός λόγος (όπως η μη ενεργοποίηση του modem για σύνδεση στο Internet π.χ. ενός laptop στο OS 3.0), βλέπουμε.

iphoneweekart3

Μετά, όμως, τα αρνητικά – πολλά εκ των οποίων οι οπαδοί της Apple (γιατί περί οπαδών πρόκειται) τείνουν να εθελοτυφλώντας. Το iPhone είναι super ως φορητό gadget πολλαπλών χρήσεων, αλλά ως τηλέφωνο…; Μέτριο στην καλύτερη περίπτωση: και κακή λήψη, και διακοπές σε κλήσεις, και ελάχιστες επιλογές στη διαχείριση επαφών, και και και και… Πολύ μικρή αυτονομία: πρακτικά κάθε μέρα φόρτιση χρειάζεται, ειδικά αν το αξιοποιεί κανείς αρκετές φορές μέσα στην ημέρα για πρόσβαση στο Internet μέσω 3G (που γι’ αυτό το αγοράζει στην ουσία). Μιλώντας για πρόσβαση στο Internet, έστω κι αν δεν είναι θέμα iPhone αυτό, ε, ας το πει κανένας χριστιανός σ’ αυτή τη χώρα με τ’ όνομά του: δεν υπάρχουν ταχύτητες 3G στο Ελλάντα. Τέλος. Ας το έχει στα υπόψιν του και ο κανείς αυτό, που παρακολουθεί τις… εναλλακτικής πραγματικότητας διαφημίσεις των τηλεφωνάδων και των αλυσίδων τεχνολογίας και αποκομίζει την εντύπωση ότι θα έχει DSL στην τσέπη και Web browsing σαν στο σπίτι του με το iPhone. Έλεος.

Αυτό που όμως είναι καθαρά θέμα iPhone, και της Apple, είναι αυτό του App Store. Θεέ μου, τόση, μα τόση, μα τόση σαβούρα σε software δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Μα τόση. Kαι λέγαμε ότι η βιβλιοθήκη τίτλων του DS και του Wii είναι χαμηλού επιπέδου… που να ήξεραν δηλαδή, όσοι το υποστηρίζουν, τί συμβαίνει στη βιβλιοθήκη του iPhone. Περηφανεύεται η αμερικανική εταιρεία ότι έχει να προσφέρει 30.000 διαφορετικές εφαρμογές και έχουν γίνει 1 δις downloads, όμως από τα 30Κ εφαρμογές ανάθεμα να αξίζουν οι 500 (και είπα πάρα πολλές), ενώ τα δις downloads είμαι σίγουρος ότι αφορούν κατά 80% σε αηδιούλες που όλοι μας κατεβάσαμε μία φορά, είδαμε δύο και την τρίτη απεγκαταστήσαμε. Ναι, ναι, τα καταλαβαίνω κι εγώ τα περί “δημοκρατίας της δημιουργίας”, αλλά αδελφέ μου, αν πρόκειται ο κάθε πικραμένος αργόσχολος να ανεβάζει στο App Store το κοντό και το μακρύ του – και να πρέπει να “χτενίσω” επί ώρες τις λίστες μήπως βρω κάτι ποιοτικό – να τη βράσω τη δημοκρατία/ασυδοσία. Από αυτήν την άποψη, χίλιες φορές να κάνει η Apple αυτό που ακούγεται, να ιδρύσει δηλαδή ένα Premium App Store, το οποίο θα πωλεί μόνο ΑΑΑ εφαρμογές και games, μόνο αντί 9.99 ευρώ και πάνω. Η ήρα από το στάχυ, ένα πράγμα.

iphoneweekart4

Έπειτα, υπάρχουν τα… pet hates μου. Το μισητό iTunes συνεχίζει να με ενοχλεί με την εμμονή του να προσαρμοστώ εγώ στο πώς αυτό λειτουργεί και όχι το αντίθετο (η θρησκόληπτοι του Cuppertino δεν καταλαβαίνουν καν το concept του “ίσως υπάρχει κι άλλος τρόπος από αυτόν που σου επιβάλλει ο Jobs”). Συνεχίζει να δείχνει ότι έχει αναπτυχθεί για Mac και όχι για PC (helloooooo… οι πιο πολλοί κάτοχοι iPhone και iPod Touch πλέον είναι PC users), συνεχίζει να επιβάλλει την εκτέλεσή του στο start-up είτε θέλει ο χρήστης είτε όχι (ήταν τόσο δύσκολο να καλεί τα services που χρειάζεται όποτε τα χρειάζεται;) και συνεχίζει να είναι απαράδεκτα κακό στην πλοήγηση. Το σύστημα των Contacts του iPhone δείχνει να μην αναγνωρίζει το αντίστοιχο structure στη SIM κανενός άλλου κινητού (δοκίμασα Nokia, SE). Ξαναμανά πέρασμα από Outlook για να μπουν σωστά και διόρθωση επιτόπου για τα όποια λάθη (και το virtual keyboard είναι δύσχρηστο ακόμη και σε portrait mode). H μαύρη λάκα του κινητού μαγνητίζει τις δαχτυλιές όσο τίποτε άλλο έχω ποτέ συναντήσει (ακόμη και το PSP ωχριά μπροστά του), ενώ η οθόνη στο φως του ήλιου διαβάζεται μεν, αλλά όχι ακριβώς με άνεση. Αμέτρητα κινητά ή άλλες συσκευές έχω συναντήσει με παρόμοια προβλήματα, ναι, αλλά… αυτό υποτίθεται ότι είναι το Jesus Phone. Έχω ήδη κάνει μια σειρά από παραδοχές αγοράζοντάς το, να είμαι happy που κάνω κι άλλες στην πορεία;

Όποιος και όποια έχει παρακολουθήσει την πορεία του iPhone ως συσκευής, σίγουρα παρατήρησε πως δεν έκρινα σκόπιμο να σταθώ στα… συνήθη παράπονα. Το copy and paste θα το έχουμε με το firmware 3.0, όπως και επίσημα ελληνικά, μαζί με μια πλειάδα από διορθώσεις και προσθήκες (καμία εκ των οποίων όμως δεν διορθώνει τα παραπάνω αρνητικά). Η μπαταρία που δεν αφαιρείται είναι ένα θέμα, αλλά… spare me. Κανείς μας δεν κρατά πια κινητά πάνω από 2 χρόνια. Ναι, κακό που ο άνθρωπος στον οποίο θα χαρίσω το iPhone 3G το καλοκαίρι του 2009 θα διαπιστώσει ότι η μπαταρία λιθίου το Πάσχα του 2010 χρειάζεται φόρτιση δύο φορές τη μέρα – αλλά δεν ήλθε και η συντέλεια του κόσμου. Η κάμερα των 2.0 megapixel είναι τραγική από όλες τις απόψεις, τα αποτελέσματά της το ίδιο, αλλά πόσους ξέρει κανείς που… εκτυπώνουν φωτογραφίες που συλλαμβάνουν με κινητό; Για Web είναι πιθανώς ΟΚ. Τα MMS ποτέ δεν τα χρησιμοποίησα τόσο, ώστε να μου λείψουν στο iPhone (και έρχονται στο 3.0 ούτως ή άλλως). Δεν διαμαρτύρομαι, τέλος, για το γεγονός ότι δεν γίνεται να έχω multitasking στις εφαρμογές, γιατί έχει δίκιο η Apple: αν με το παρόν καθεστώς στην εκτέλεση των apps χρειάζεται κάθε μέρα φόρτιση το iPhone, με 2-3 εφαρμογές να “τρέχουν” στο background, θα το φόρτιζα το πρωί και μέχρι να πάω στο γραφείο θα χρειαζόταν πάλι φόρτιση. Καλύτερα ως προσέγγιση τα app notifications που προτείνει, αν λειτουργούν όπως περιγράφει.

iphoneweekart5
Συμπέρασμα πρώτο, λοιπόν, μετά απ’ όλα αυτά; The Jesus Phone is so fucking far from divine, όσο δεν μπορώ να περιγράψω. Είναι ένα διαμάντι μεν, μα με τόσες ατέλειες, που σε εκνευρίζει να σκέφτεσαι πόσο απίθανα υπέροχο θα ήταν χωρίς αυτές (και δεν είναι). Συμπέρασμα δεύτερο; Είμαι… ήδη προετοιμασμένος ψυχολογικά για το iPhone Pro, ακριβώς επειδή μου αρέσει το iPhone 3G αλλά με ενοχλούν τα πολλά του ζητήματα. Μεγαλύτερη μπαταρία, όλα τα προβλήματα της συσκευής ως τηλέφωνο λυμένα, περισσότερες δυνατότητες στο εξ ορισμού software, ένα premium App Store, και δηλώνω super happy. Απ’ ότι φαίνεται το iPhone Pro θα προσφέρει βελτιώσεις σε επίπεδο hardware, και τις αντίστοιχες extra λειτουργίες, για να δικαιολογήσει τη διαφορά τιμής με το iPhone 3G. Μα, όσο κι αν το θέλω, αν δεν έχει ξεπεράσει τα βασικά του θέματα πριν φροντίσει να προσφέρει αυτά τα περισσότερα, θα κάνω ό,τι μπορώ για να αποτρέψω τον εαυτό μου από την αγορά του. Κι αυτό είναι υπόσχεση, εντάξει;

Λέμε τώρα.

iphoneweekart6

Υ.Γ. Ψάχνοντας για τις εικόνες που θα συνόδευαν αυτό το post, συνάντησα και μία αληθινά διασκεδαστική. Αυτήν. Ο τίτλος της; “iWish”. Διπλά διασκεδαστικός… I wish indeed!

Αναρτήθηκε από: farkonas | Μαΐου 6, 2009

Και το post roll κύκλους κάνει…

Λοιπόν, υπάρχουν διαπιστώσεις του περίφημου εκείνου “θυμόσοφου ελληνικού λαού” (αν και πολύ αμφιβάλλω αν είναι μόνο δικές του), τις οποίες αποδέχεται κανείς μηχανικά και ασυνείδητα – μέχρι τη στιγμή που πραγματικά θα τις νοιώσει ως ορθές γιατί… χμ… προφανώς έρχεται και γι’ αυτόν το πλήρωμα του χρόνου να τις βιώσει. Να, όπως η διαπίστωση “κύκλους κάνει η ζωή”, η οποία όχι απλώς αληθινή, μα πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ αληθινή είναι (περίοδο οικονομικής κρίσης διανύουμε, όλα σε ευρώ τα σκεφτόμαστε). Κάθε φορά που το διάβαζα ή το άκουγα αυτό το “life goes in circles”, δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία – όχι γιατί πιστεύω ότι η ζωή κινείται γραμμικά ή κάτι τέτοιο, αλλά επειδή πίστευα ότι γενικολογίες για κάτι τόσο απρόβλεπτο όσο η ζωή, είναι ως επί το πλείστον άκυρες.

Και, πριν από λίγα λεπτά… it hit me. Ψάχνω να βρω ένα καινούργιο theme του WordPress για το παρόν blog (ε, τι, 18 μήνες το ίδιο…;) και κοιτούσα ποιά από τα free που έχω διαλέξει θα διατηρήσουν ανέπαφα τα post και τα γραφικά τους. Και κοιτούσα τα παλιότερα post. Και έτσι, πολύ απλά… it hit me.

rollincirclesart1

Πριν από σχεδόν 2 χρόνια, έγραφα το αποχαιρετιστήριο (με παραπάνω μελό και παράπονο απ’ ότι θα το έκανα τώρα… αλλά δεν έχει σημασία) post μου στην Ελευθεροτυπία, μετά από 15 χρόνια καριέρας εκεί. Και, σε λίγες ημέρες, αποχωρώ… και επίσημα από τη θέση του διευθυντή ανάπτυξης των New Media του ομίλου Λυμπέρη, θέση στην οποία πήγα φεύγοντας από την “Ε”. Ένα το κρατούμενο.

Λίγες μέρες νωρίτερα είχα γράψει φοβερό και τρομερό post – ναι, ξέρω… wow – για το πώς η Sony θα κυκλοφορούσε νέα έκδοση του PSP (και μετά άλλο γιούχου-γιούχου post επειδή είχα αποδειχθεί σωστός). Σήμερα, όλος ο κόσμος το έχει βούκινο και η Sony… κρυφό καμάρι ότι θα ανακοινωθεί επίσης νέα έκδοση του PSP στην Ε3 2009 το καλοκαίρι. Θα μπορούσα υποθέτω να γράψω πάλι post, μα αφενός θα γελούσα την ώρα που θα το έγραφα, αφετέρου… έχουμε πια άλλους αναλυτές πια για την αγορά του gaming στην Ελλάδα (LOL^n). Δεύτερο κρατούμενο.

rollincirclesart2
Το Μάρτη του 2008 είχα δημοσιεύσει ένα post για το υποθετικά τελευταίο HD-DVD που θα αγόραζα, μιας και η Toshiba την είχε πια σηκώσει τη λευκή σημαία και το Blu-ray είχε οριστικά επικρατήσει. Κρίμα στο χαμένο φορμά, δεν είναι δίκαιο, cry me a river. Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι το πραγματικά τελευταίο HD-DVD το αγόρασα… πριν από μερικές ημέρες, ένα χρόνο μετά δηλαδή, και δεν ήταν άλλο από την διάσημη Casablanca: ας είναι καλά οι προσφορές των e-shops του εξωτερικού, που ακόμη “ξεφορτώνονται” στοκ. Καλά, δεν θα έγραφα ποτέ post μόνο για την Casablanca σε HD-DVD, αλλά σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν θα μπορούσα (υπερεκτιμημένη ταινία, απίστευτο όμως το restoration και ούτω καθ’ εξής). Τρίτο το κρατούμενο.

Πέρυσι το καλοκαίρι είχα γράψει ένα post σχετικά με το πόσο ενθουσιωδώς περίμενα το επόμενο βιβλίο-κεφάλαιο των Malazan Books of the Fallen, το Toll the Hounds του Steven Erikson. Η ίδια ανυπομονησία με διακατέχει και αυτές τις μέρες, έχοντας πλέον διαβάσει και την εισαγωγή του καινούργιου Dust of Dreams (και το Quicksilver του Neal Stephenson που ταλαιπωρώ αυτές τις μέρες δεν είναι τόσο απίθανα καλό ώστε να αποσπάσει το 100% της προσοχής μου από τα Malazan). Θεωρητικά, λοιπόν, θα μπορούσα να είχα γράψει αντίστοιχο post και για το Dust of Dreams, με το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο. Τέταρτο το κρατούμενο.

rollincirclesart3

Με άλλα λόγια… χμ. Πολλά μαζεύτηκαν τα κρατούμενα. Να ανοίξω έναν ιδιωτικό Κορυδαλλό να τα έχω μαντρωμένα ή θα έλθει κανένα βραδάκι να τα πάρει η Palaiokostas Airlines και θα πρέπει να δίνω και λογαριασμό στα “παράθυρα”; Δεν αποκλείεται. Οπότε… στο συρτάρι το σχέδιο του ιδιωτικού Κορυδαλλού για την ώρα. Ίσως αργότερα, σε καλύτερο – από οικονομικής άποψης – κλίμα.

Πέρα από αστεϊσμούς, όμως, είναι ανησυχητικό. Είναι οι αγορές που παρακολουθώ από κοντά, η λογοτεχνία που προτιμώ, οι δουλειές που επιλέγω αυτά που κάνουν τους κύκλους… ή είμαι εγώ που τους κάνω και οδηγούμαι να γράφω για τα όσα με ενδιαφέρουν ξανά και ξανά, μέσα σε τόσο στενό χρονικό πλαίσιο; Αν δεν είναι αυτό που λέμε either/or situation, μήπως είναι και τα δύο; Κι αν είναι… είναι σοβαρό, γιατρέ μου; Να το κοιτάξω;

rollincirclesart4

Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πρέπει να αρχίσω να γράφω για πιο πολλά διαφορετικά πράγματα. Diversification το λένε τα… τζιμάνια του marketing. Αν είναι να επαναλαμβάνομαι, βρε αδελφέ, ας είναι να το κάνω σε πιο μεγάλη γκάμα θεμάτων – έτσι μπορεί να ξεγελαστεί και κανείς.

Υ.Γ. Μέχρι τότε, να κι ένα τραγούδι που τυχαίνει να μου αρέσει πάρα, μα πάρα πολύ αυτόν τον καιρό – και οι στίχοι του δεν είναι άσχετοι με τα παραπάνω. Αγαπημένοι Bomb the Bass (αμφιβάλλω αν τους θυμάται πια κανείς από το Xenon 2 Megablast στον Atari ST και στην Amiga το 1989… εκεί τους άκουσα για πρώτη φορά), από το περυσινό Future Chaos: Black River, Gui Boratto remix, από την ολοκαίνουργια συλλογή του Δημήτρη Παπασπυρόπουλου Turning Point.

rollincirclesart5

Πολύ καλό compilation, επί τη ευκαιρία – ελάχιστα κομμάτια από τα 30 συνολικά δεν μου άρεσαν. +10 στο γνωστό DJ του Best Radio, έστω κι αν η συλλογή δεν παρεκκλίνει ιδιαίτερα από το στυλ που μας έχει συνηθίσει. Άντε να δούμε σε τί άλλο έχουμε να προσβλέπουμε από τα παιδιά του σταθμού φέτος… κάποιο άλλο χρώμα Butterflies από την Άννα Αναστασίου, ίσως…; ;-)

Αναρτήθηκε από: farkonas | Απριλίου 29, 2009

Hello world… Sort of.

So. This is the first blog entry I have ever posted from the iPhone… And it might be one of the very few I ever will, considering how slow and uncomfortable it is!

Greek characters will soon come and it’s always nice to have the option of blogging from absolutely anywhere… but I’d rather do it with my MSI Wind, thank you very much.

Αναρτήθηκε από: farkonas | Δεκεμβρίου 14, 2008

2008: Διορθώσεις και προσθήκες…

…όπως τις λέμε στο χώρο του Web development, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι που έχει ήδη υλοποιηθεί, αλλά θα μπορούσε και καλύτερα (όπως κάθε τί σε αυτή τη χώρα με άλλα λόγια). Τίποτε το συνταρακτικό αυτό το post, με άλλα λόγια, αλλά μάλλον… σχόλιο στα σχόλια που έχουν γίνει σε άλλα posts αυτού του blog. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

1. Η nVidia κατάφερε επιτέλους, μετά από τέσσερα ή πέντε χρόνια (ποιός μετράει αν είναι πάνω από 12 μήνες…), να δώσει τη δυνατότητα με τους νέους της drivers σε όλους τους κατόχους σύγχρονων PC να έχουν ταυτόχρονα ΚΑΙ διάταξη SLI για επιδόσεις στα απαιτητικά 3D games, ΚΑΙ διάταξη dual monitor για σοβαρή δουλειά. Δεν χρειάζεται πλέον, με άλλα λόγια, αν θέλει κανείς και τα δύο μαζί, να “στριμώχνει” μία τρίτη κάρτα γραφικών ανάμεσα σε δύο άλλες (όπως είχα αναγκαστεί να κάνω εδώ και πολλούς μήνες), με κίνδυνο υπερθέρμανσης της κάρτας ήχου (τουλάχιστον στο motherboard με 680i που χρησιμοποιώ). Μετά από τη σχετική δοκιμή των drivers, παραδόξως δουλεύουν as advertised. Εύγε, εύγε nVidia. Ποιος ξέρει. Μέσα στο 2009 μπορεί να κάνεις και την υπέρβαση, επιτρέποντάς μας να παίζουμε ΜΕ διάταξη SLI και εκείνα τα games που αξιοποιούν ΔΥΟ monitor. Λέμε τώρα!

2008_corrections_art1
2. Η Sony κατάφερε επίσης, μετά από δύο και πλέον χρόνια, να απαλλαγεί από την εκνευριστική, αηδιαστικά υπεροπτική της εμμονή να αναγράφει την ονομασία του PlayStation ως PLAYSTATION, τουλάχιστον στους όρους του PlayStation Network και του PlayStation Store. Το ίδιο το PS3 συνεχίζει βέβαια να το αναγράφει ως PLAYSTATION3 (δεν μπαίνω καν στον κόπο να εισάγω το σύμβολο του copyright), πιθανώς γιατί είναι… ΜΕΓΑΛΟ προϊόν και δεν μπορεί να ανεχτεί τα πεζοκεφαλαία. Είναι όμως μια αρχή τα άλλα δύο. Ποιος ξέρει. Ίσως το 2009 μας επιφυλάσσει και σε αυτήν την περίπτωση υπερβάσεις. Λέμε τώρα!

3. Μετά τον… “ΟΚ ενθουσιασμό” του Soul Calibur IV – που είχε φροντίσει να εκνευρίσει τον γράφοντα και άλλους πριν την κυκλοφορία του με τους Yoda και Vader και τους πάντες μετά την κυκλοφορία του, με τις απαράδεκτες πρακτικές της Namco σχετικά με το DLC – και την ελαφρή απογοήτευση του Street Fighter II Turbo HDR, δηλώνω ευθαρσώς ότι εναποθέτω τις ελπίδες μου για πραγματικά hardcore BEU ενασχόληση στο Street Fighter IV πλέον. Εξ ου και το καινούργιο Gallery από 22 πλέον wallpaper με τους χαρακτήρες του, πάντοτε σε ανάλυση 2560×1600. Ακόμη ψάχνω σε super hi-res τον Ken και τον Ryu για να πάρουν τη θέση που δικαιούνται στο όλο set. Υποθέτω θα τους “πετύχω” πριν βρω τους δύο τελευταίους χαρακτήρες, την Cammy και τον Gen. Λέμε τώρα!

2008_corrections_art2

4. Από το Service Pack 1 του Μαρτίου και μετά, μαζί με τα hotfixes και τα patches που ακολούθησαν, τα Windows Vista 64-bit όλους αυτούς τους μήνες πρακτικά δεν δυσλειτούργησαν ούτε μία φορά. Συνεχίζουν να καταλαμβάνουν πρακτικά… όλα τα 4 GB που βρίσκουν στη διάθεσή τους κατά το boot, λόγω της περίφημης λειτουργίας SuperFetch, αλλά έκτοτε διάβασα αρκετές τεχνικές αναλύσεις που επιμένουν στο εξής: τα Vista παίρνουν την πρωτοβουλία και δεσμεύουν όλη αυτή τη μνήμη προκειμένου να επιταχύνουν τα προγράμματα που έχουν “πάρει μυρωδιά” ότι ο κάτοχος του συστήματος χρησιμοποιεί περισσότερο (κάτι σαν… pre-caching ένα πράγμα). Επιμένουν επίσης ότι τα Vista είναι κάτι παραπάνω από πρόθυμα να απελευθερώσουν αυτή τη μνήμη σε πραγματικό χρόνο και χωρίς καμία διαμαρτυρία αμέσως μόλις χρειαστεί για κάτι άλλο, οπότε αρνητική επίπτωση στις επιδόσεις του συστήματος συνολικά δεν παρατηρείται (επιμένουν).

Αν κάτι τέτοιο ισχύει ή όχι εν τέλει πραγματικά δεν μπορώ να προσυπογράψω, ξέρω όμως ότι θα ήθελα να έχω την επιλογή της διαχείρισης με κάποιο τρόπο. Το γνωμικό των όσων επιμένουν, πάντως, το “memory just empty is memory wasted”, με την έννοια της non-cached ως μη αξιοποιημένης, ίσως έχει ένα νόημα. Λέμε τώρα!

Αναρτήθηκε από: farkonas | Οκτωβρίου 10, 2008

14 χρόνια Edge. Στα σκουπίδια.

Κατά τεκμήριο, ένας άνθρωπος που δεν πιστεύει σε κανενός είδους “Θεό”, “ανώτερο ον”, “αυτό το κάτι το άγνωστο” κλπ. κλπ. είναι… μάλλον δύσκολο να αισθανθεί πως διαπράττει “ιεροσυλία”. Για την ακρίβεια, είναι πρακτικά αδύνατο. Δυσκολεύομαι όμως να σκεφτώ λέξη που να περιγράφει ακριβέστερα αυτό που αισθάνομαι ότι διέπραξα χθες. Αυτό που κατά βάση αισθανόμουν τόσο όταν συνειδητοποίησα πως πρέπει να το κάνω, όσο και την ώρα που το έκανα και, προφανώς, μετά. Απλώς ιεροσυλία.

Το άλλο που αισθάνομαι είναι… μοναξιά, καθώς πρέπει να είναι πέντε ή δέκα το πολύ οι άνθρωποι που ξέρω, οι οποίοι θα καταλάβαιναν γιατί ήταν ιεροσυλία αυτό που επέλεξα να κάνω. Λίγοι, πολύ λίγοι. Γεγονός που θα έπρεπε να κάνει τη… ντροπή περισσότερο υποφερτή, από μία οπτική γωνία, αλλά παραδόξως δεν βοηθά.


Για να το βάλω στη σειρά με λέξεις, λοιπόν. Χθες πέταξα στα σκουπίδια – τουλάχιστον τα προς ανακύκλωση – τη συλλογή μου με τα τεύχη του Edge. Πρόκειται για το κορυφαίο – ακόμη και σήμερα, παρά την ευρέως αποδεκτή αλλοτρίωσή του από το 2001 και μετά – περιοδικό για το gaming culture, σύμφωνα με τον δικό του αγαπημένο χαρακτηρισμό. Μία έκδοση που καλύπτει από το 1993 μέχρι σήμερα το χώρο της αλληλεπιδραστικής διασκέδασης με τρόπο ανατρεπτικό και παθιασμένο, συνάμα χειρουργικά ακριβή και φλεγματικά ψύχραιμο, όπως καμία άλλη πηγή πληροφόρησης δεν κάνει. Αυστηρό στα reviews του, καυστικό στο σχολιασμό του, πρωτότυπο στα αφιερώματά του και – κυρίως – μοναδικό στον τρόπο με τον οποίο επεδίωξε να εντάξει το gaming στην γενικότερη ψηφιακή κουλτούρα της δεκαετίας του 90, το Edge “έχτισε” ένα όνομα με “ειδικό βάρος” και απέκτησε την ιδιότητα του authority στο χώρο του.

Δεν είχα στην κατοχή μου όλα τα τεύχη του Edge. Το είχα “ανακαλύψει” το δεύτερο χρόνο της κυκλοφορίας του, όταν είδα για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1994 στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου (ναι, ένα υπήρχε τότε) το εξώφυλλο με την αποκάλυψη του αρχικού PlayStation. Το αγόρασα επιτόπου, παρ’ ότι είχα σταματήσει να αγοράζω περιοδικά τύπου π.χ. Computer and Video Games πάρα, μα πάρα πολύ καιρό πριν. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν και η σωστή: δεν ήταν ένα περιοδικό gaming για… “παιδιά”. Ήταν… “για μεγάλους”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: φροντισμένη, πλούσια γλώσσα έκφρασης, χιούμορ που “κλείνει το μάτι” και υποννοεί περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Και το λάτρεψα από το πρώτο εκείνο τεύχος.


Από τον Αύγουστο εκείνο του 1994 και έως τον Μάρτιο του 2007 έχασα μόνο τρία τεύχη. Και τα τρία εκείνα είχα φροντίσει, μερικούς μήνες αργότερα, να τα βρω από το back ordering της Future και να τα αγοράσω ξεχωριστά, μόνο και μόνο για να μην υπάρχει αυτό το κενό στη σειρά των ετών που συμπλήρωνα. Και τί δεν έχω να αναπολώ από την τόλμη του art director του συγκεκριμένου περιοδικού, που είχε την τάση να δοκιμάζει συχνά-πυκνά “περίεργα” εξώφυλλα και συσκευασίες, χαρακτηριστικές του όλου ύφους του Edge. Και τί δεν έχω να θυμάμαι από τους συγγραφείς των μόνιμων στηλών του, που είχαν κατά καιρούς γράψει απίθανα κομμάτια, που κάθε δημοσιογράφος του χώρου θα ζήλευε. Και τί δεν έχω να ανακαλώ από τα εκκεντρικά του αφιερώματα και τις πρωτότυπες προσεγγίσεις του στις τάσεις και τα τεκταινόμενα του gaming. Σε μια εποχή που σχεδόν όλος ο υπόλοιπος Τύπος για την ηλεκτρονική διασκέδαση στο εξωτερικό (στην Ελλάδα ούτε λόγος να γίνεται…) φαινόταν να καλύπτει αυτή τη μορφή ψυχαγωγίας ερασιτεχνικά, παιδιάστικα έως αδιάφορα, το Edge κινούνταν σε τελείως διαφορετικό επίπεδο. Τα… “ευαγγέλια” και οι “Βίβλοι” μακριά από μένα, αν όμως ένα περιοδικό διεκδικούσε ποτέ εννοιολογικά αντίστοιχο χαρακτηρισμό, θα ήταν αυτό.

Και χθες, μετά από μέρες σκέψης και… συζήτησης με τον εαυτό μου, πέταξα όλη μου τη συλλογή των Edge στα σκουπίδια. Δεν έχω πια χώρο γι’ αυτά στο σπίτι μου, όσο κι αν ήθελα να τα κρατήσω. Δεν έχω πια χρήση γι’ αυτά ως υλικό αναφοράς, γιατί η αγορά της οποίας άπτονταν αυτά τα περιοδικά αυτά έχει πια αλλάξει σε απίστευτο βαθμό. Δεν με ενδιέφερε να μπω στη διαδικασία “να τα βγάλω στο e-bay”, όσο κι αν αυτό ίσως είχε νόημα. Και δεν μπορώ να ελπίζω ότι η ύλη αυτών των περιοδικών θα δημοσιευθεί στο Δίκτυο κάποια στιγμή από την παρούσα online εκδοχή του Edge, η οποία έχει εντελώς διαφορετική συλλογιστική. Η απόφαση ήταν, λοιπόν, του… οριστικού και αμετάκλητου είδους, γι’ αυτό και τόσο οδυνηρή.


Ομολογώ ότι υπήρχε μία περίοδος που αισθανόμουν ότι το είχα “ξεπεράσει” το Edge, υπό την έννοια ότι κανένα από τα άρθρα του δεν με συνάρπαζε ή εξέπλησσε πια. Το Web είχε άμεση σχέση με το αίσθημα αυτό, φυσικά – όπως και το γεγονός ότι ένας δημοσιογράφος 35 χρόνων αναπόφευκτα κάποια στιγμή γίνεται κυνικός, κουράζεται από την υπεροπτική στάση μιας αυθεντίας και γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά. Τώρα, όμως, αισθάνομαι τύψεις που παρέδωσα το μελάνι τόσων χιλιάδων ωρών κόπου κάποιων ανθρώπων, στην πρέσσα της ανακύκλωσης. Δεκατέσσερα χρόνια εξέλιξης του gaming, πάνω από 150 τεύχη ιστορίας, είναι αυτή τη στιγμή πολτός που σε μερικούς μήνες μπορεί να φιλοξενήσει τις τελευταίες φωτογραφίες της Τζούλιας Αλεξανδράτου να τσιρίζει ημίγυμνη μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο. Ή κάτι ακόμη χειρότερο, ενδεχομένως.

Όπως είπα, ιεροσυλία. Εξ ου και οι τύψεις. Εξ ου και αυτό το post.

<E>1984-2007</E>

Αναρτήθηκε από: farkonas | Ιουνίου 22, 2008

Malazan, Soul Calibur και άλλα… πάθη

Ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε εικοσιδύο. Εικοσιοκτώ βιβλία διάβασα μέσα στο 2007 και, χωρίς ίχνος υπερβολής, κανένα δεν μου προξένησε τη γκάμα των συναισθημάτων που βίωσα με το Reaper’s Gale του Steven Erikson. Ανυπόφορη, μαρτυρική ανυπομονησία πριν την κυκλοφορία του (κυριολεκτικά και καθόλου μεταφορικά μετρούσα τις μέρες). Δίψα ασίγαστη και περιφρόνηση για… όλα τα Γήινα και βαρετά καθώς το διάβαζα. Και μία πικρή απογοήτευση τελειώνοντας την ανάγνωση των 900 σελίδων, τόσο γιατί δεν ήταν αυτό που ήλπιζα, όσο και γιατί ήταν “ένα κλικ πιο κάτω” από κάθε άλλο βιβλίο της σειράς των The Malazan Book of the Fallen.

Από τα σύνεφα στα τάρταρα σε τέσσερις μέρες… και αυτόν τον καιρό βιώνω ακριβώς το ίδιο. Ανυπομονησία στα όρια του νευρωσισμού για την κυκλοφορία του Toll The Hounds, του επόμενου βιβλίου της σειράς, μετρώντας τις ημέρες μέχρι την 1η Ιουλίου. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λόγω της περσινής απογοήτευσης – που δεν άλλαξε σε μεγάλο βαθμό η δεύτερη ανάγνωση του Reaper’s Gale – υπάρχει πια και η μικρή φοβία ότι το όγδοο αυτό βιβλίο δεν θα θυμίζει τα απίστευτα πέντε πρώτα της σειράς, αλλά το έβδομο. Υπάρχει ωστόσο, και η ελπίδα ότι ο… κύκλος των συναισθημάτων που ανοίγει με τον ίδιο τρόπο, φέτος θα κλείσει αλλιώς.

Όποιος φίλος ή φίλη έχει ασχοληθεί με τα Malazan Books of the Fallen, γνωρίζει ήδη σε τί αναφέρομαι. Για κάθε άλλο ενδιαφερόμενο ή ενδιαφερόμενη, αξίζει μία μικρή “επί τροχάδην” αναφορά, για να τεθούν τα πράγματα σε κατανοητό πλαίσιο. Η σειρά αυτή των βιβλίων είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει αυτή τη στιγμή η λογοτεχνία του φανταστικού, bar none. Είναι ένα ασύλληπτα ευρύ, περίπλοκο, βαθύ, πολυδιάσταστο, συναρπαστικό έπος, το οποίο έχει απλώς αναπροσδιορίσει τί μπορεί να περιμένει κανείς από την κατηγορία του fantasy ή high fantasy σήμερα. Είναι, δε, τόσο εμπνευσμένη και σε πολλά στοιχεία της τόσο “μπροστά”, που – έρχεται, έρχεται η βλάσφημη δήλωση – το The Lord of the Rings φαντάζει μπροστά της… ρηχό. Ω, ναι.

Δεν έχει νόημα να αναλύσει κανείς σε δύο ή τρεις παραγράφους τα concept, τους χαρακτήρες, τις τοποθεσίες, τα σεναριακά νήματα και κάθε τί άλλο που καθιστά το έργο των Steven Erikson και Cameron Esslemont (συγγραφέων που έχουν δημιουργήσει τον κόσμο των Malazan από κοινού) απλώς μοναδικό. Θα έπρεπε να γραφεί βιβλίο για τα βιβλία. Αλλά ας το θέσουμε έτσι: το Reaper’s Gale το διάβασα την ίδια χρονιά που πέρασαν από τα χέρια μου αριστουργήματα όπως η τριλογία του Warrior Prophet του R.Scott Baker, τα Stardust και Anansi Boys του Neil Gaiman, το The God Delusion του Richard Dawkins… και πάλι, με το “ένα κλικ χαμηλότερα” δεδομένο, το Reaper’s Gale ξεχώρισε.

Για να θέσει, άλλωστε, σε ακόμη σαφέστερο πλαίσιο κανείς το επίπεδο των The Malazan Book of the Fallen, μπορεί να πει το εξής παράτολομο αλλά πέρα για πέρα αληθινό για το… “όχι και τόσο super” Reaper’s Gale: έκανε ακόμη και πραγματικά καλά βιβλία, που δεν περιφρονεί κανείς σε καμία περίπτωση, όπως τις δύο τριλογίες της Trudi Cavanan (τα Black Magician και The Age of Five), την τριλογία των His Dark Materials του Philip Pullman, τα Innocent Mage και Awakened Mage της Karen Miller, το End Game του Andy Secombe και τον τελευταίο Potter της Rowling, να μοιάζουν… μέτρια. Τόσο απλά.

Και τώρα… ταπ-ταπ-ταπ-ταπ. Τα δάχτυλα χτυπούν στο πληκτρολόγιο, για να μην χτυπούν χωρίς σκοπό στο γραφείο κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. Όχι, αλήθεια.

Ευτυχώς, οι δύο συγγραφείς έχουν διαμορφώσει το έργο τους έτσι, ώστε να έχουμε να περιμένουμε κάτι είτε από τον ένα είτε από τον άλλο σε τακτά διαστήματα. Φέτος συνέπεσαν, βέβαια. Το The Return of the Crimson Guard του Esslemont δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου για να το αποκτήσω σε paperback, το αγόρασα λοιπόν στην hardcover, διπλή, πανάκριβη, numbered, συλλεκτική έκδοση που κυκλοφόρησε το Μάιο – και δεν το μετάνοιωσα στιγμή καθώς, αν και όχι κορυφαίο, ήταν ένα πάρα, πάρα πολύ καλό βιβλίο (και με θέμα το… αγαπημένο μου θέμα, πως θα μπορούσε να μην ήταν…;).

Και έτσι… φτάνουμε στην παρούσα κατάσταση της δυσβάσταχτης αναμονής. Είμαι ήδη στη δεύτερη ανάγνωσή του, έχοντας κάνει ένα διάλλειμα δέκα ημερών διαβάζοντας το προηγούμενο βιβλίο του Esslemont και επιλεγμένα chapters από τα τελευταία τέσσερα βιβλία του Erikson – για να “μείνω στο κλίμα” όσο το δυνατόν περισσότερο μέχρι να έλθει στα χέρια μου το Toll the Hounds, φυσικά. Έτσι είναι τα πραγματικά πάθη. Ή τα αφήνεις να σε παρασέρνουν εντελώς, είτε όχι!

Μεγάλο ενδιαφέρον, έχει, δε, πώς μπορεί να συνδυάσει κανείς τα πάθη του αν έχει διάθεση και χρόνο (ο δεύτερος είναι πάντα το πρόβλημα, λέμε τώρα). Για παράδειγμα. Πόσες φορές δεν έχω προσπαθήσει να φανταστώ πώς θα ήταν ένα fighting game α λα Soul Calibur με τους απίστευτους χαρακτήρες των The Malazan Book of the Fallen… Αμέτρητες, αμέτρητες φορές. Αυτό, φυσικά, δεν μπορώ να το έχω. Και δεν ξέρω αν θέλω κιόλας, με τα απαράδεκτα φάουλ που έχει κάνει η Namco τελευταία – θα προσέθετε στο σκηνικό των Malazan και τον David Copperfield σε ρόλο “μάγου”, τον Iron Man σε ρόλο σιδερόφρακτου ιππότη και τη Madonna ως unlockable χαρακτήρα με μεταλιζέ κολάν, έτσι, για “υψηλότερες πωλήσεις”…

Μπορώ όμως να κάνω κάτι άλλο. Κι ας απαιτεί πείσμα και χρόνο, έστω κι αν δεν είναι προφανώς το ίδιο με το να είχε αναπτυχθεί αυτόνομος τίτλος με τις “ευλογίες” των Erikson και Esslemont. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λειτουργία Create-Α-Soul του Soul Calibur IV για να δημιουργήσω μερικούς τουλάχιστον από τους αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες του κόσμου των βιβλίων. Κάποιοι από αυτούς διαμορφώνονται εύκολα κατά τα πρότυπα συνηθισμένων σε games πολεμιστών (ninja, samurai, barbarian, scout, assassin, soldier κλπ.) ενώ για κάποιους άλλους θα είναι κατά πολύ δυσκολότερο, αλλά η Namco έχει υποσχεθεί στο SCIV μεγαλύτερη ευελιξία και ποικιλία στις λειτουργίες του Create-A-Soul απ’ ότι στην αντίστοιχη επιλογή του SCIII.

Για πρώτη ίσως φορά, και λόγω high definition στα γραφικά και λόγω τοπικού αποθηκευτικού μέσου κλπ υπάρχει πλέον μεγάλη πιθανότητα να πλησιάσει κανείς πολύ κοντά στο πώς οι Erikson και Esslemont φαντάστηκαν τους χαρακτήρες αυτούς εξ αρχής. Τα σετ των κινήσεών τους βέβαια θα έχουν, αναγκαστικά, πολλές ομοιότητες, αλλά δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα (αν δεν έχει πρώτα πολλά, μα πάρα πολλά εκατομμύρια δολάρια για να “παραγγείλει” από τη Namco ένα fighting game όπως το θέλει).

Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, είναι το εξής: θα έχει προνοήσει η ιαπωνική εταιρεία ώστε να είναι εφικτό να στείλει κανείς αυτούς τους χαρακτήρες σε άλλους χρήστες, μέσω του PlayStation Network; Και θα είναι σε θέση κανείς να συλλάβει στιγμιότυπα ή και video μέσα από το Soul Calibur IV, όπως είχε υποσχεθεί η Sony μέσω των εργαλείων του YouTube; Αν η απάντηση και στα δύο είναι θετική… there goes this year’s holiday for me. Αφού είπαμε. Τα πάθη δεν είναι πάθη αν είναι… ελεγχόμενα! Σωστά;

Αναρτήθηκε από: farkonas | Ιουνίου 14, 2008

…και, παρ’ όλα αυτά, wallpapers!

Ω, ναι. Καθώς τυγχάνει να ανήκω στο κοινό που αγάπησε το Soul Calibur επειδή είναι απλώς το συνολικά καλύτερο fighting game που υπάρχει… και επειδή τα πάθη αντιστέκονται πεισματικά στην απογοήτευση… αλλά και επειδή χρειαζόμουν μερικά καινούργια wallpapers που θα με βοηθήσουν να καμαρώσω όχι μόνο το νέο monitor των 30 ιντσών, αλλά και το multi-monitor setup που απολαμβάνω αυτόν τον καιρό… ένα τεμπέλικο Κυριακάτικο πρωϊνό σπαταλήθηκε στην δημιουργία wallpapers. Ναι, με θέμα το Soul Calibur IV. Και ναι, δεν ήταν μόνο το τεμπέλικο πρωϊνό, αλλά και μερικές κλεμμένες ώρες σε σκόρπια απογεύματα της εβδομάδας – αλλά… έχω την αίσθηση ότι άξιζαν τον κόπο, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Εβδομήντα. Εβδομήντα διαφορετικά wallpapers με θέμα χαρακτήρες και περιβάλλοντα μάχης από τη σειρά των Soul Calibur, σε διάσταση 2560×1600 pixels. Δέκα διαφορετικοί χαρακτήρες σε επτά διαφορετικά backgrounds, σε φορμά PNG (καμία συμπίεση δηλαδή), στην υψηλότερη δυνατή ανάλυση που μπορεί να ζητήσει κανείς από μεμονωμένη desktop οθόνη σήμερα. Τα wallpapers τα έχω καταχωρήσει στο Flickr – χρειάστηκε να αγοράσω Pro account για να μην τα κάνει η υπηρεσία resize σε πολύ χαμηλότερο μέγεθος, αλλά έπρεπε ούτως ή άλλως κάποια στιγμή, οπότε…! Τα έχω διαχωρίσει σε 7 διαφορετικά album, τα οποία βρίσκονται εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και… μαντέψτε… ναι. Εδώ.

Απ’ όσο γνωρίζω (και για ευνόητους λόγους “το είχα ψάξει” πολύ), πουθενά σε ολόκληρο το Internet δεν μπορεί να βρει κανείς wallpaper αυτού του μεγέθους για το SCIV, πόσο μάλλον 70 διαφορετικά. Θα ήθελα πολύ να υποσχεθώ ότι θα βρω χρόνο να τα τροποποιήσω και για οθόνες 24, 22 και 20 ιντσών (αναλύσεις 1920×1200 και 1680×1050 δηλαδή), αλλά ειλικρινά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το κάνω σύντομα, οπότε… no promises καλύτερα. Αυτό που μπορώ να υποσχεθώ είναι περισσότερα wallpapers σε 2560×1600 με περισσότερους χαρακτήρες στα ίδια backgrounds, καθώς και μερικά multi-monitor wallpapers (αφού ήδη έχω ξεκινήσει να συνθέτω μερικά τέτοια για το παρόν setup μου).

Και ένα μικρό… hint για να χαρούν αυτά τα wallpapers περισσότερο όσοι φίλοι και φίλες τα χρησιμοποιήσουν: επειδή τα wallpapers έχουν δημιουργηθεί με μία σχετική ομοιομορφία (για λόγους χρόνου προφανώς), προσφέρονται για τυχαία εναλλαγή. Με τη βοήθεια δηλαδή κάποιου σχετικού utility μπορεί κανείς να ορίσει είτε να εμφανίζεται διαφορετικό wallpaper κάθε φορά που εισέρχεται στα Windows είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα να αλλάζει το wallpaper αυτόματα στο ίδιο session – κάθε boot ή κάθε δίωρο και μία… μικρή έκπληξη, τρόπον τινά!

Υπάρχουν δεκάδες διαφορετικά προγραμματάκια γι’ αυτή τη δουλειά, μετά από σχετική αναζήτηση όμως κατέληξα σε δύο: τον Automatic Wallpaper Changer και το DisplayFusion. Το πρώτο είναι δωρεάν, γρήγορο, δεν καταναλώνει πόρους και κάνει αυτό ακριβώς που υπόσχεται, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Το δεύτερο υποστηρίζει πολλά monitor ταυτόχρονα, μπορεί να αντλήσει wallpapers απευθείας από το Flickr και προσφέρει πολλές περισσότερο εξειδικευμένες επιλογές. Η δωρεάν έκδοσή του κάνει τα απαραίτητα, η εμπορική (πολύ προσιτή) κάνει πρακτικά τα πάντα. Καλή διασκέδαση!

Y.Γ. Νο 1. Και επειδή τα υστερόγραφα συχνά-πυκνά είναι τα πιο ενδιαφέροντα, εδώ βρίσκονται και 14 wallpapers με θέμα τους χαρακτήρες του… Street Fighter IV! Αφού η Namco με πίκρανε με τα καμώματά της όσον αφορά στο Soul Calibur IV, και η ανυπομονησία μου για το SFIV είναι ούτως ή άλλως πολύ μεγάλη, έφτιαξα και για τον τίτλο της Capcom αντίστοιχα wallpapers, ανάλυσης 2560×1600, με θέμα τους χαρακτήρες του ιστορικού BEU. Το υπέροχο art style που έχει χρησιμοποιηθεί από την ιαπωνική εταιρεία ομολογουμένως βοήθησε πάρα πολύ στο εξαιρετικά καλαίσθητο τελικό αποτέλεσμα. Από το roster των χαρακτήρων που έχουν επιβεβαιωθεί για την arcade έκδοση λείπουν μόνο οι Ryu, Ken και Seth, καθώς δεν μπόρεσα να βρω πουθενά στο Δίκτυο πραγματικά υψηλής ανάλυσης σχετικό artwork. Αν έχει συναντήσει κανείς κάτι τέτοιο, ευπρόσδεκτο! ;-)

Υ.Γ. Νο 2. Σε οποιονδήποτε φίλο ή φίλη σκέφτεται να δώσει χρήματα σε υπηρεσία photo hosting, χρήσιμη προειδοποίηση: μην επιλέξει την Webshots.com. Είναι ΟΚ επιλογή γιατί προσφέρει δωρεάν φιλοξενία φωτογραφιών (την είχα χρησιμοποιήσει κι εγώ στο παρελθόν άλλωστε), αλλά μόνο για αρχεία διαστάσεων μέχρι π.χ 2400×2000 pixels. Ακόμη κι αν πληρώσει κανείς για full account, όπως έκανα εγώ, η Webshots θα μικρύνει τα γραφικά στα… 2400 pixel μήκος ΚΑΙ θα τις συμπιέσει κατά JPEG. Απαράδεκτο, αν σκεφτεί κανείς ότι η υπηρεσία ζητά 30 ευρώ το χρόνο για το full account, τη στιγμή που με 50 αγοράζει κανείς 2 έτη στο Flickr. Για δωρεάν και μικρές σχετικά φωτογραφίες, ΟΚ. Ειδάλλως… μακριά.

Όταν μία εταιρεία κατορθώνει να φτάσει οποιονδήποτε άνθρωπο στο σημείο να νοιώσει καλά για τον εαυτό του απλώς και μόνο… επειδή απαξιεί πια να εκνευριστεί με τα καμώματά της, κάτι πάει στραβά. Αλλά αυτό ακριβώς έχει καταφέρει η Namco – υποψιάζομαι όχι μόνο με μένα αλλά με πολλές εκατοντάδες χιλιάδες άλλους gamers που την στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια – με τον τρόπο που επέλεξε εν τέλει να προωθήσει το Soul Calibur IV.

Πρώτα χρειάστηκε να αποδεχθούμε ότι δύο εντελώς ασύμβατοι με τον κόσμο του Soul Edge και του Soul Calibur χαρακτήρες, ο Yoda και ο Darth Vader, θα συμπεριλαμβάνονται στο roster της νέας έκδοσης για PS3 και Xbox 360. Σημειωτέον ότι κάθε ένας θα εμφανιστεί σε μία μόνο εκ των δύο εκδόσεων, ώστε… χμ… να νοιώσουμε υποχρεωμένοι να αγοράσουμε και τις δύο ίσως; Cute, Namco, very cute. Σαν να μην είναι πιθανότερο ούτως ή άλλως να διαθέσεις μετά από λίγο καιρό τον Vader και τον Yoda “στο άλλο” φορμά μέσω Xbox Live και PlayStation Store… λέμε τώρα.

Είχαμε και… συνέχεια, όμως. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι και οι δύο εκδόσεις θα έχουν στο roster τους και τρίτο χαρακτήρα από τον κόσμο των Star Wars, αυτόν που θα πρωταγωνιστεί στο The Force Unleashed της Lucas Arts το φθινόπωρο και θα είναι υποτίθεται ο άγνωστος μαθητευόμενος του Darth Vader. Φυσικά και αυτός ο χαρακτήρας, ονόματι Starkiller, δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση των SC… αλλά τί σημασία έχει; Άλλο ένα εργαλείο marketing, για την προώθηση του The Force Unleashed αυτή τη φορά.

Αλλά το… “τελειωτικό χτύπημα” δεν ήταν άλλο από τα εξώφυλλα. Ναι, τα εξώφυλλα. Αυτά που θα κοσμούν την έκδοση του PS3 και του Xbox 360, στα οποία πρωταγωνιστούν οι Vader/Mitsurugi και Yoda/Ivy αντίστοιχα. Ναι, αυτοί και μόνο, από όλους τους άλλους (σημαντικότερους στην υπόθεση και την γενικότερη πορεία του SC). Και… απλώς συνοδευτικά… το λογότυπο του SCIV από πάνω τους. Έτσι, στο by the way, για να μην ξεγελαστεί κανείς και νομίσει ότι… η Lucas Arts κυκλοφόρησε beat’ em up με χαρακτήρες των Star Wars.

Τα εξώφυλλα για την ώρα είναι της ιαπωνικής έκδοσης και μια αμυδρή ελπίδα υπάρχει ότι δεν θα αναγκαστώ να φιλοξενήσω αυτές τις προσβλητικές συσκευασίες στη βιβλιοθήκη μου… αλλά αμυδρή. Εδώ στην Ιαπωνία το έκαναν, δεν θα το κάνουν στην Αμερική που είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα Star Wars fanboys;

Μετά από όλα αυτά, πραγματικά δεν ξέρω τί με ενοχλεί περισσότερο. Το γεγονός ότι η Namco με έχει θεωρήσει εμένα, και πολλές χιλιάδες άλλους φίλους της σειράς των Soul Calibur (και του αρχικού Soul Edge στο PlayStation) εντελώς… δεδομένους, ότι “μας έχει” δηλαδή, ότι πιστεύει πως θα αγοράσουμε το SCIV όσο κι αν το “βιάσει” σαν προϊόν; Ή το γεγονός ότι, κατά βάση, έχει δίκιο; Το δεύτερο ίσως με ενοχλεί περισσότερο, δεν αλλάζει ωστόσο σε κανέναν βαθμό το μέγεθος του φάουλ που έχει γίνει εδώ. Τίποτε δεν είναι πια το ίδιο στα μάτια μου όσον αφορά τη Namco. Και στα παλαιότερα των υποδημάτων μου η περίφημη ιαπωνική “τιμή”, που μάλλον μόνο όταν τους συμφέρει τους σχιστομάτηδες τη θυμούνται.

Επίσης, έχω προτάσεις. Μία για τη Namco και μία για τους εξοργισμένους, πικραμένους fans όπως εμένα, που δεν έχουν “σηκώσει τα χέρια ψηλά” και θα ήθελαν να κάνουν κάτι για την κατάσταση αυτή. Πρόταση πρώτη. Μαμά Namco, ο Indiana Jones είναι επίσης της Lucas, εμφανίστηκε πρόσφατα και σε νέα ταινία (μετριότατη, αλλά τί σημασία έχει…) και συνήθως χρησιμοποιεί λάσο και πιστόλι. Μια χαρά για unlockable χαρακτήρας από την Ivy ή τον Cervantes. Επίσης, η Xena ταιριάζει απόλυτα με το όλο μεσαιωνικό… ε…. αρχαίο ελληνικό… ε… απροσδιορίστου ιστορικής περιόδου σκηνικό, ενώ το όπλο της πολύ πιο πιστευτό είναι από άλλων χαρακτήρων. Επίσης, έχουμε ένα γλυκούλι κοριτσάκι εδώ στα μέρη μας, ονόματι Καλομοίρα, η οποία πρόσφατα “πήρε χάλκινο” σε ένα μικρό event για φίλους, ονόματι Eurovision. Λοιπόν, της βάζετε ένα μίνι ελάχιστα κάτω από τον αφαλό, της δίνετε να κραδαίνει ένα μικρόφωνο στο ένα χέρι και ένα cheeseburger των Goody’s στο άλλο και… τσουπ. Ορίστε ο unlockable χαρακτήρας του Rafael, που του αρέσουν και τα… “τραγανούλια”.

Όσον αφορά στη δεύτερη πρόταση, για όσους αγαπούν πραγματικά τα SC και έχουν χρόνο στα χέρια τους. Αντί να κάθεστε με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια και να κοιτάτε θλιμμένοι το πάτωμα, σκεπτόμενοι “What the fuck is Yoda doing in my Soul Calibur”, αντεπιτεθείτε. Ξεκινήστε από αύριο τα e-mail, καθημερινά και πολλές φορές την ημέρα, στην Lucas Arts ζητώντας (όχι, απαιτώντας) να συμπεριλάβει τον Mitsurugi, την Taki και την Ivy στο The Force Unleashed. Τί; Πώς ταιριάζουν κάτι samurai, κάτι ninja και μία αλχημίστρια με συμβόλαιο στο Hustler, με τη Γαλαξιακή Αυτοκρατορία; Μα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ταιριάζει και ένας “καλός” Jedi ή ένας “κακός” Jedi με το ναό του Ηφαίστου ή μια κινέζικη παγόδα. Εύκολα.

Ναι, η αλήθεια είναι πως η κίνηση δεν βοηθά και πολύ, αφού η ατίμωση του SCIV ήταν το θέμα να αποφευχθεί, όχι η σπίλωση άλλων τίτλων στο βωμό του marketing. Αν μη τί άλλο, όμως, μετά θα μπορείτε να κάθεστε και πάλι θλιμμένοι να κοιτάτε το πάτωμα, αλλά αυτή τη φορά παρέα με εκείνον τον ξάδελφο, τον αμετανόητο θαυμαστή του Lucas, που θα σιγομουρμουρίζει δίπλα σας “What the fuck is a Jena Jameson wannabe doing in my Star Wars game?”. Το σύμπαν, παρά την εντροπία, εν τέλει διατηρεί τις ισορροπίες του, σωστά; Ε, βοηθήστε το.

Υ.Γ. Α, και… για να μην αφήσω κανένα πράγμα που με ενοχλεί με το SCIV, ανομολόγητο… Λοιπόν, το χέρι από τη ρίζα να μου κοπεί, αν γράψω ποτέ και πουθενά το όνομα του αγαπημένου μου fighting game όπως θέλει η αναθεματισμένη Ubisoft, επειδή είναι hip να φτιάχνουμε ονόματα που δεν σημαίνουν τίποτε και να υπονοούμε με κάποιο τρόπο ότι γι’ αυτό είναι cool. Άκου… σόουλκάλιμπουρ, μία λέξη! Λες και το Soul Edge και το Soul Calibur, τα δύο ξέχωρα και αντίπαλα σπαθιά, δεν υπήρξαν ποτέ. Motherfucking marketing bozzos…

Older Posts »

Κατηγορίες